Ο Σακαβλιάς: Νεότερα αποκαλυπτικά στοιχεία για τη χρονολόγηση και τις συνθήκες του φόνου

Ο Σακαβλιάς: Νεότερα αποκαλυπτικά στοιχεία για τη χρονολόγηση και τις συνθήκες του φόνου

Γράφει ο Σταύρος Κουρούσης

31/05/2026

Η ιστορία του Σακαβλιά συγκαταλέγεται στα πλέον πολυσυζητημένα θέματα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Ο θρύλος και η διάδοση του τραγουδιού αποτέλεσαν για πολλά χρόνια σημείο αναφοράς, που θύμιζε αντίστοιχες σε πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα διαδεδομένα μόνο μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Για το συμβάν γράφτηκαν, ήδη από την εποχή του αρκετά αδέσποτα ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία ωστόσο έμειναν περιορισμένα κυρίως στους κύκλους του περιθωριακού Πειραιά, με αποτέλεσμα να μη γίνουν ευρύτερα γνωστά και να χαθούν. Από αυτά ένα μόνο διασώθηκε στις μέρες μας μέσα από ηχογραφήσεις του Πειραιώτη μπουζουξή Μιχάλη Γενίτσαρη. Η σπουδαία Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου αναφέρει χαρακτηριστικά:

…«Στ’ Ανάπλι στο Ιτσί-Καλέ», το «Σακαφλιά» δηλαδή… Πεντέξι τραγούδια τότε λέγανε μέσα για το Σακαφλιά. Ντόπια τραγούδια ήτανε. Εδώ τα μάθαμε… Και προσθέτανε οι δικοί μας κι άλλα
στιχάκια και γινούντανε κανονικό τραγούδι και το παίζανε όποιος το ζητούσε. Έλεγε:

Βαρέσανε το Σακαφλιά που ’χε γαλόνια στην καρδιά
στην Προύσα ήταν ξακουστός στη Μαινεμένη διαλεχτός.
Ήταν στο τάγμα τουμπεκί στη μεραρχία τσιγαρλί
κι αν είσαι μάνα και πονείς έλα στ’ Ανάπλι να με δεις […]

Τα παραγγέλνανε αυτά οι ντόπιοι, κοτσέρνανε κι οι δικοί μας ό,τι
τους κατέβαινε στο μυαλό από πίσω, και ήτανε η καλύτερή τους. Μ’
αυτά ηχορεύανε. Αυτά θέλανε οι μάγκες.

Αναμφισβήτητα το σημαντικότερο σημείο αναφοράς στην ιστορία του Σακαβλιά αποτέλεσε το σπουδαίο μάγκικο ζεϊμπέκικο του Βασίλη Τσιτσάνη «Ο Σαρκαφλιάς», ηχογραφημένο το 1939 και παιγμένο αριστουργηματικά από τον ίδιο στο μπουζούκι και τον κορυφαίο Στράτο Παγιουμτζή στο τραγούδι.

Η θεματολογία του τραγουδιού παρέμεινε δημοφιλής μέχρι και την δεκαετία του 1960, ενώ την συγκεκριμένη χρονιά ο Τσιτσάνης, το επαναφέρει στην δισκογραφία, με τραγουδιστή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Για την ιστορία θέλω να αναφέρω πως ο σημαντικός παραγωγός επανεκδόσεων ρεμπέτικων τραγουδιών Charles Howard μου είχε διηγηθεί πως η συγκεκριμένη εκτέλεση ήταν η πρώτη ηχογράφηση ρεμπέτικου που άκουσε ποτέ στην Ελλάδα και αποτέλεσε κίνητρο στο ξεκινήσει να μαζεύει δίσκους 78 στροφών με ρεμπέτικα τραγούδια. Τέλος, το 1967 η δραματική ταινία «Ο Σακαφλιάς» (γνωστή και ως «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά») του 1967, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Βασίλη Κονταξή, στην οποία και συμμετείχε ο Τρικαλινός μπουζουξής Μήτσος Παπασίκας με ένα δικό του τραγούδι πάνω στο θέμα του Σακαβλιά.
Ωστόσο παρά το γεγονός πως ή ιστορία του Σακαβλιά παρέμεινε διαχρονικά δημοφιλής στο πέρασμα του χρόνου, κενό στην έρευνα αποτελούσε ο εντοπισμός ακριβούς πηγής πληροφόρησης για το γεγονός, αφού μέχρι στιγμής δεν είχε ανακαλυφθεί κάποια αναφορά σε εφημερίδες της εποχής, παρά τις προσπάθειες αρκετών ερευνητών, ενώ παράλληλα διατυπώθηκαν υποθέσεις με στοιχεία που δεν έμοιαζαν να ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Στο τέλος του άρθρου παραθέτουμε πληροφορίες για τον Σακαβλιά από τις διηγήσεις του μπουζουξή και συνθέτη Δημήτρη Γκόγκου ή Μπαγιαντέρα, στον Κώστα Χατζηδουλή, πολλές από τις έμαθε από τον ίδιο τον δράστη του φονικού, τον περίφημο Αντωνίτση.

Ο Σακαβλιάς, υπήρξε ένας νέος της εποχής με ιστορικό παράνομης δράσης κυρίως στην Αθήνα και στον Πειραιά. Το όνομα του ήταν Γεώργιος Χαραλάμπους και γεννήθηκε στις αρχές του 1900.
Ο πρώτος πιθανώς, που ερεύνησε το θέμα του Σακαβλιά ήταν ο Ηλίας Πετρόπουλος, που στο εμβληματικό βιβλίο του «Ρεμπέτικα τραγούδια» συμπεριέλαβε φωτογραφία του χωρίς ωστόσο να αναφέρει την πηγή προέλευσης της, ενώ στην συνέχεια περισσότερα στοιχεία έδωσε ο Κώστας Χατζηδουλής.

Γεώργιος Σακαβλιάς (Αρχείο Ηλία Πετρόπουλου).

Ο Χατζηδουλής, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, εντόπισε και δημοσίευσε απόσπασμα της εφημερίδας «Καθημερινή» της 8.9.1930, που αναφερόταν σε κάποιον Χαρίλαο Χαραλάμπους ή Σακαβιά, ο οποίος κατηγορείτο για φόνο [1] (βλ. Περιοδικό «ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙι», Ιανουάριος 2004).

Εκείνο όμως που δημιουργούσε ερωτήματα ήταν πως ο ίδιος ερευνητής, στο βιβλίο του «Βασίλης Τσιτσάνης: Η ζωή μου, το έργο μου» (Νεφέλη, Αθήνα 1980, σελ. 239), αναφέρει πως μέσω του Νίκου Μάθεση, γνώρισε κάποιον ανιψιό του Σακαβλιά (παιδί της αδερφής του), ο οποίος και του επιβεβαίωσε πως το μικρό όνομα του θείου του ήταν Γεώργιος, όπως γνώριζε ήδη ο Χατζηδουλής από τον Βασίλη Τσιτσάνη, ενώ στη συνέχεια είδε και τον φάκελο του Σακαβλιά στα αρχεία της Γενικής Ασφάλειας.

Ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), στις αφηγήσεις του προς τον Κ. Χατζηδουλή, αναφέρει ότι η δολοφονία του Σακαβλιά έλαβε χώρα το 1927. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, την περίοδο εκείνη εξέτιε ποινή φυλάκισης και αφού μεταφέρθηκε από τις φυλακές της Παλαιάς Στρατώνας στις φυλακές Αίγινας, πληροφορήθηκε εκεί τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες του φόνου από συγκρατούμενούς του.

Πρόσφατα ασχολούμενος με το θέμα εντόπισα δύο άγνωστες αναφορές, σχετικά με μία υπόθεση κλοπής, στις εφημερίδες «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ» και «ΕΣΠΕΡΙΝΗ», της 17ης Ιανουαρίου 1926, όπου γίνεται αναφορά στον δράστη «Γ. Σακαβία ή Χαραλάμπους».

Εφ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 17.01.1926.

Το στοιχείο αυτό ενίσχυε σημαντικά την άποψη περί του μικρού ονόματος του Σακαβλιά, αφήνοντας να εννοηθεί πως ο Χαρίλαος Χαραλάμπους του δημοσιεύματος του 1930, υπήρξε πιθανώς συγγενής του ή και αδερφός του και μοιράζονταν το ίδιο ψευδώνυμο, συχνό χαρακτηριστικό για εκείνες τις εποχές.
Το μόνο που έμενε να βρεθεί ήταν το τεκμήριο η κάποια δημοσίευση της εποχής που να αναφερόταν αυτούσια στο γεγονός του φόνου.

Μετά από εκτενή και επίμονη έρευνα στα αρχεία των εφημερίδων της εποχής, εντόπισα για πρώτη φορά ένα δημοσίευμα που, παρά τις αναζητήσεις δεκαετιών, είχε παραμείνει άγνωστο. Συγκεκριμένα, στο φύλλο της εφημερίδας «Θάρρος» των Τρικάλων της 6ης Φεβρουαρίου 1927 βρέθηκαν πληροφορίες οι οποίες έρχονται να καλύψουν ένα σημαντικό ιστορικό κενό και να προσθέσουν νέα δεδομένα σε μια υπόθεση που ερευνάται πάνω από εξήντα περίπου χρόνια. Στο σχετικό δημοσίευμα διαβάζουμε τα εξής:

ΦΟΝΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΦΥΛΑΚΑΣ

Χθες εις τας φυλακάς και περί ώραν 11 π. μ. εγένετο άγριος φόνος υπό τάς ακολούθους περιπτώσεις: “Ο κατάδικος Αντώνιος Κουρουμπής ετών 25(;) εκ Μάνης έχων προηγουμένας αφορμάς κατόπιν φιλονικείας επετέθη κατά των συγκαταδίκων του Γεωργίου Χαραλάμπους ετών 50 πλήξας αυτόν διά μαχαίρας εις διάφορα μέρη του σώματος του. Ο τραυματισθείς απέθανεν αμέσως. Δέον να σημειωθεί ότι αμφότεροι, δράστης και φονευθείς και άλλοτε είχον καταδικασθή διά κλοπήν. Και τελευταίως εδικάσθησαν επί κλοπή διαρήξεως διά την οποίαν καταδικασθέντες εις φυλάκισιν εξέτιον την ποινήν. Προ ημερών περιελθόντες εις φιλονικείαν αλληλοτραυματίσθησαν. Επί τόπου μετέβη ο αντεισαγγελεύς κ. Τριανταφύλλου ότις επελάβετο ανακρίσεων εξακολουθηθεισών καθ΄ όλον το απόγευμα. Εξητάσθησαν διάφοροι μάρτυρες καταθέσαντες ως προς τα αίτια του φόνου διαφόρους πληροφορίας. Επίσης μετέβη και ο κ. Ρέρρας προς ενέργειαν νεκροψίας. Τον νεκρόν είχαν συλλήσει άλλοι κατάδικοι αφαιρέσαντες το δακτυλίδι και ωρολόγι του, άτινα ακολούθως αναζητηθέντα υπό της αρχής ανευρέθησαν. Η σύλληψις έφθασε μέχρι του σημείου να του βγάλουν και τα χρυσά δόντια που είχε.

Εφ. ΘΑΡΡΟΣ, 6.2.1927.

Αναμφισβήτητα το συγκεκριμένο δημοσίευμα καθορίζει, την ακριβή ημερομηνία και ώρα του περιστατικού, (5 Φεβρουαρίου, ώρα 11.00 π.μ.) τα ονόματα των εμπλεκομένων, Αντώνιος Κουρουμπής (Αντωνίτσης) και Γεώργιος Χαραλάμπους (Σακαβλιάς), πληροφορίες για τον τρόπο εκτέλεσης και ότι επακολούθησε μετά με τη σύληση, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα πως κάποιες πληροφορίες συνάδουν με προφορικές μαρτυρίες που είχαν κατατεθεί μέσα στο πέρασμα του χρόνου ενώ ταυτόχρονα διορθώνει άλλες.
Θεωρώ σίγουρο πως οι ηλικίες των εμπλεκομένων (θύτη και θύματος) έχουν διατυπωθεί ανάποδα στο άρθρο και πως κατά την διάρκεια του περιστατικού ο Αντωνίτσης ήταν περίπου πενήντα ετών , ενώ ο Σακαβλιάς εικοσιπέντε. Επίσης ο Αντωνίτσης αναφέρεται στην καταγωγή ως Μανιάτης, ενώ από τις διηγήσεις του Μπαγιαντέρα χαρακτηρίζεται ως ”Αυστριακός”, δηλαδή Βολιώτης, καθώς συνηθίζανε να αποκαλούν τους Βολιώτες στα παλιά χρόνια. Κατά συνέπεια, η ακριβής καταγωγή του παραμένει προς το παρόν αβέβαιη.

Σε παλαιότερες δημοσιεύσεις στον Τύπο, συναντούμε τον Αντωνίτση να εμπλέκεται σε διάφορα περιστατικά παρανομίας, ενώ σε μία από αυτές αναγράφεται με το επίθετο Κουρακλής, το οποίο και είναι Μανιάτικης ρίζας.[2]

Εφ. ΧΡΟΝΟΣ 27/02/1909

ΑΙΜΑΤΗΡΑ ΣΥΜΠΛΟΚΗ
ΕΙΣ ΤΑΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΠΑΤΡΩΝ

ΠΑΤΡΑΙ, 26 Φεβρουαρίου. (Τηλεφωνικώς). — Εις τας φυλακάς Ακροπόλεως σήμερον περί την 10 π.μ. αγρία συμπλοκή έλαβε χώραν. Ο κατάδικος Αντώνιος Κουράκλης ή Αντωνίτσης, εν μέθη διατελών, ανασπάσας μάχαιραν επετέθη και ετραυμάτισε τον επίσης κατάδικον Βασίλειον Καπνίσην. Οι άλλοι κατάδικοι εξοργισθέντες επετέθησαν κατά του Κουράκλη, εις δε εξ αυτών ετραυμάτισεν αυτόν εις την κεφαλήν διά πτύου.

Εφ. ΑΘΗΝΑΙ 18/05/1908

ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΩΝ

— Εις τας φυλακάς Πατρών

Τηλεγράφημα εκ Πατρών αγγέλλει ότι εις τας αυτόθι φυλακάς έλαβε χώραν συμπλοκή μεταξύ των καταδίκων Ι. Σελέχου, Ν. Σελέχου, Αντ. Αντωνίτση και Κώνστ. Γαλανάκη. Αποτέλεσμα της συμπλοκής ήτο ο διά μαχαίρας τραυματισμός του τελευταίου.

Εφ. ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ, 10/01/1913

Λωποδύτης που φονεύει.

‘Ένας από τας γνωστάς λωποδυτικές επισημότητας της γείτονος, ο κλέπτης Αντωνίτσης, απεπειράθη χθες το απόγευμα να λωποδυτήσει το πορτοφόλι του καθηγητού κ. Μ. Σακελλαρίου, καθ’ ην ακριβώς στιγμήν ούτος απεβιβάζετο εις την προκυμαίαν του Πειραιώς εκ τίνος μικρού ατμοπλοίου, προερχομένου εκ Μεγάρων. Επειδή όμως ο λωποδύτης εγένετο εγκαίρως αντιληπτός, χωρίς να χάση καιρόν εξήγαγε μίαν πελωρίαν μάχαιραν και επετέθη κατά του διαφέυγοντος θύματός του… Ευτυχώς προέτρεξαν οι λιμενοφύλακες και κατώρθωσαν να συλλάβουν και ν’ αφοπλίσουν τον ατίθασσον λωποδύτην.

Ο Δημήτρης Γκόγκος η Μπαγιαντέρας αφηγείται στον Κώστα Χατζηδουλή την ιστορία του Σακαφλιά.

Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας, Πειραϊκή 06-01-1937. (Αρχείο Ηλία Πετρόπουλου)

ΑΝΤΩΝΙΤΣΗΣ ΚΑΙ ΣΑΚΑΒΛΙΑΣ

Τον Σακαβλιά ή Σακαφλιά, όπως τον λέγανε οι άνθρωποι του υποκόσμου, ποτέ δεν τον γνώρισα, ούτε είχα άλλωστε την επιθυμία αυτή. Η λαϊκή Μούσα του έχει αφιερώσει ένα από τα καλύτερά της τραγούδια, μέσω του φίλου μου του Τσιτσάνη, που είναι και ο δημιουργός του σχετικού τραγουδιού. Αν δεν ήταν ο Τσιτσάνης με το τραγούδι του, ο Σακαβλιάς δεν θα είχε γίνει θρύλος και τ’ όνομά του δεν θα είχε μεταφερθεί παντού. Το τραγούδι δόξασε και την πατρίδα του Τσιτσάνη, τα Τρίκαλα της Θεσσαλίας.
Όταν έγινε το έγκλημα ο Βασίλης ήταν μικρό παιδάκι και μετά φαίνεται άκουσε για το φόνο, από άλλους παλαιότερους στα χρόνια και έγραψε το τραγούδι. Μέχρι τότε δεν υπήρχε τίποτε άλλο από ένα-δυο αυτοσχέδια στιχάκια, που έλεγαν:

Αντώνιτση κερατά
Που σκότωσες το Σακαβλιά

Και έτσι μέχρι να βγάλει ο Τσιτσάνης το τραγούδι, το περιστατικό του φόνου ήτανε γνωστό μόνο σ’ ένα μικρό και περιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Μόνο οι παράνομοι και οι μόρτες και τα κουτσαβάκια συζητούσαν για το έγκλημα.
Είπα ότι όταν βρέθηκα εγώ στη φυλακή – από μια προσωπική περιπέτεια που δεν είναι ανάγκη να αναφέρω εδώ – το έγκλημα δεν είχε γίνει ακόμα. Πρέπει να έγινε στις αρχές του 1927, λίγους μήνες ή το πολύ ένα χρόνο μετά τη δική μου φυλάκιση, που έγινε το 1926. Στις φυλακές Αιγίνης, που ήμουν κρατούμενος, άκουσα για το φόνο, από άλλους κατάδικους που είχαν θετικές να πούμε πληροφορίες από κρατουμένους άλλων φυλακών, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Δεν μ’ ενδιαφέρει ο Σακαβλιάς και ο θάνατός του, όσο τραγικός κι αν ήταν. Αμέσως το θέμα κουβέντας, σε όλες τις φυλακές ήταν το έγκλημα αυτό, διότι τους κατάδικους δεν τους απασχολούσαν άλλα πράγματα από τα εγκλήματα στο χώρο της παρανομίας. Το κουτσομπολιό οργίαζε και η φαντασία των φυλακισμένων ξεπέρναγε κάθε όριο λογικής. Οι πιο πολλοί είχαν κάνει κιόλας ήρωα τον Σακαβλιά, χωρίς οι περισσότεροι να τον ξέρουν και χωρίς να έχουνε απόλυτα σίγουρες πληροφορίες για το ιστορικό του φόνου. Με το θέμα Σακαβλιά είχαν σταματήσει και οι τσαμπουκάδες στις φυλακές, γιατί όλοι ήτανε απασχολημένοι εκεί και αυτό καλάρεσε στους υπευθύνους για την τάξη των φυλακών.
Μέσα στο κελί μου είχα δυο συντρόφους που γνώριζαν τον Σακαβλιά από την παιδική του ηλικία και απ’ αυτούς άκουσα ιστορίες για τη ζωή του και το χαρακτήρα του.

Ο Σακαβλιάς ήταν από την Αθήνα και εκεί έκανε πιάτσα για τα πάρε-δώσε που είχε με τις γυναίκες της αμαρτίας, από τις οποίες και τα έπαιρνε. Μόνο με γυναίκες της αμαρτίας είχε σχέσεις αυτός και μόνο εκεί παρίστανε τον μάγκα και τον κουτσαβάκη. Ήταν όμορφος άντρας, πολύ όμορφος, σωστός άγγελος, όπως λέγανε, αλλά πολύ θρασύς και πολύ προκλητικός. Βέβαια, εκεί που τον έπαιρνε. Και του πέρνανε μόνο στις γυναίκες του υποκόσμου και της αμαρτίας. Ήταν και κλέφτης, παράνομος από τα παιδικά του χρόνια, με πολλές καταδικαστικές αποφάσεις στο ενεργητικό του. Το επώνυμό του ήτανε Σακαβλιάς και το μικρό του όνομα, είχα ακούσει χωρίς να είμαι βέβαιος γι’ αυτό, ήτανε Σωκράτης. Το 1926 πήγε φυλακή στα Τρίκαλα, σε ηλικία 27 ετών. Πρέπει να ήτανε 2-3 χρόνια πιο μεγάλος από μένα στην ηλικία και γι’ αυτό είμαι σχεδόν βέβαιος. Δεν ξέρω με σιγουριά από τι ακριβώς πήγε φυλακή. Άλλοι είπαν από σωματεμπορία και άλλοι από κλοπή. Ενώ άλλοι έφτασαν στο σημείο να λένε ότι πήγε φυλακή από φόνο. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να κάνει έγκλημα, γιατί δεν υπήρξε, είπαμε, ποτέ μάγκας και νταής, ούτε καν μόρτης, να πούμε. Διότι ένας αληθινός μάγκας δεν τα βάζει ποτέ μ’ έναν γέροντα. Έτσι δεν είναι;
Ο γέροντας που λέω ήταν ο Αντωνίτσης, αυτός, είπαμε, που σκότωσε το Σακαβλιά. Από το Βόλο ήτανε ο Αντωνίτσης, Αυστριακός στην καταγωγή, σου είπα. Και στα 50-55 χρόνια του βρέθηκε στις φυλακές Τρικάλων, για ένα έγκλημα που διέπραξε για λόγους που δεν πρόκειται να πω ποτέ, γιατί έδωσα το λόγο μου. Με άσπρα μαλλιά πήγε στην φυλακή και με ισόβια στη πλάτη. Ελάχιστους μήνες πριν πάει στη φυλακή ο Σακαβλιάς. Μόλις έφτασε εκεί ο γέροντας άρχισε να στρώνει δουλειά. Δηλαδή παιγνίδια, μπαρμπουτιά και τέτοια. Έστρωνε κουβέρτα και τράβαγε το βιδάνειο από τους κατάδικους, που παίζανε πάρα πολύ μπαρμπούτι. Δέσποζε στα παιγνίδια ο γέρο Αντωνίτσης και μάλιστα χωρίς να έχει μπελάδες, γιατί δεν ήταν και κανένας τυχαίος. Παλιός μάγκας, γεροντόμαγκας τότε, με αρκετές επιτυχίες στο χώρο της μαγκιάς. Με ένα καλό όνομα στο κόσμο του κουρμπετιού που δεν ήταν εύκολο να μην σε υπολογίζουν οι άλλοι. Τον Αντωνίτση, παρά τα χρόνια του, τον υπολόγιζαν και τον σέβονταν, γιατί ήτανε και καλός μάγκας, όμορφος μόρτης, με εξηγήσεις πολύ μπεσαλίδικες.
Όταν έφτασε στη φυλακή ο Σακαβλιάς και είδε την κονόμα του γέροντα βάλθηκε να του πάρει τη θέση. Φούντωσε το μυαλό του και σκέφτηκε ότι πρέπει να κάνει πέρα τον Αντωνίτση για να τραβάει αυτός το βιδάνιο. Επειδή, να πούμε το παιδί, είχε μάθει να τα παίρνει από τις γυναίκες του δρόμου, νόμιζε ότι μπορούσε να τα παίρνει και από τον γέροντα και πιο πολύ από τους κατάδικους. Παιδικά κουτά μυαλά. Δεν ήξερε, φαίνεται, τους νόμους του υποκόσμου, ούτε τους κανόνες της μαγκιάς, που έλεγαν πως για να κάνεις στη φυλακή τον μπαρμπουτιέρη έπρεπε να σε έχουν ακουστά τουλάχιστον οι μισοί κατάδικοι και μάλιστα το όνομά σου να τους προκαλεί και φόβο και θαυμασμό!

Άρχισε αμέσως να του μπαίνει του Αντωνίτση και να ζητάει ευκαιρία για να του κάνει το τελικό ντου. Την πρώτη φορά που του είπε του γέροντα να φύγει, εκείνος με καλό τρόπο του απάντησε πως επειδή είναι νέος στη φυλακή θα τον έβγαζε κάνα κουτί τσιγάρα. Απόφευγε τους τσαμπουκάδες ο γέρο Αντωνίτσης, γιατί δεν τον συνέφερε κάτι τέτοιο τότε. Ο Σακαβλιάς σκέφτηκε ότι φοβήθηκε ο γέροντας και έτσι πήρε περισσότερο θάρρος και με περισσότερη μανία έβαλε σκοπό να τον ξεφτιλίσει. Και περίμενε βέβαια την μεγάλη ευκαιρία.
Σε κάποιο γερό παιγνίδι, λοιπόν, πάει ξαφνικά ο Σακαβλιάς και λέει του γέροντα να φύγει, γιατί θα περπάταγε εκείνος το παιγνίδι. Πάλι με καλό τρόπο ο Αντωνίτσης του λέει: «Φύγε κι όταν τελειώσουμε τα λέμε». Την ίδια στιγμή σηκώνει το πόδι του ο Σακαβλιάς, του ρίχνει μια κλωτσιά και του λέει: «Φύγε ρε κωλόγερα»! Έπεσε χάμω ο Αντωνίτσης και μόλις σηκώνεται γυρίζει και του λέει του Σακαβλιά: «Αυτή τη κλωτσιά θα την πληρώσεις με τη ζωή σου». Αυτό ήτανε και το πραγματικό αίτιο και σκηνικό για το φόνο που έγινε μετά.
Δεν πέρασαν δυο μέρες και ο Αντωνίτσης πήρε ένα τηγάνι που είχε αγοράσει και λίγες μαρίδες και πήγε σ’ ένα πλυσταριό που υπήρχε στις φυλακές για να τις τηγανίσει δήθεν. Στην πραγματικότητα όμως έβγαλε το χέρι από το τηγάνι, δηλαδή την ουρά, και το ακόνιζε με τις ώρες σε μια πέτρα, μέχρι που το έκανε ξυράφι. Φωνάζει τότε το Σακαβλιά για να φάει λίγες μαρίδες. Τον είχε δει ο Σακαβλιάς με το τηγάνι και τα ψάρια και δεν πονηρεύτηκε. Σκέφτηκε κιόλας ότι ο γέρος φοβάται και θέλει να τα συμβιβάσουνε. Ο Αντωνίτσης και τις δύο μέρες που πέρασαν από το επεισόδιο, δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο από το πώς θα τον σκότωνε, για να ξεπλύνει την ντροπή, διότι η προσβολή και μπροστά σε τόσους μάγκες ήταν πολύ μεγάλη και από εκείνες που δεν συγχωρούνται ποτέ.
Πλησίασε, λοιπόν, ο Σακαβλιάς για να φάει μαρίδες, αλλά έφαγε τόσες μαχαιριές, δηλαδή ξυραφιές, μέχρι που του έβγαλε τα άντερα έξω! Με το ακονισμένο χέρι από το τηγάνι τόνε χτύπαγε ασταμάτητα. Τα άντερά του βγήκαν στο πάτωμα!… Εκεί λοιπόν στο μικρό καμαράκι που ήτανε το πλυσταριό, δηλαδή εκεί που τελείωνε ο διάδρομος των κελιών, έγινε το φονικό που έμεινε στην ιστορία.
Είπα και πιο μπροστά ότι άκουσα για το περιστατικό του φόνου στη φυλακή της Αίγινας, που βρισκόμουνα. Από κατάδικους, που άλλαξαν φυλακές, έμαθα όλες τις λεπτομέρειες αυτές, γιατί ερχόντουσαν κατάδικοι και από τα Τρίκαλα, όπως πήγαιναν εκεί από την Αίγινα. Ένας μάλιστα, που βρίσκεται στη ζωή και δεν ξέρω αν θέλει να πω τ’ όνομά του, ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε τον κομματιασμένο Σακαβλιά.

Λίγο αργότερα γνώρισα καλά τον Αντωνίτση, όπως είπαμε. Αμέσως μετά το φόνο τον μετέθεσαν στις φυλακές της Παλιάς Στρατώνας. Εκεί γνωριστήκαμε για πρώτη φορά, χωρίς ν’ αποκτήσουμε σχέσεις. Μετά μεταφερθήκαμε πάλι στην Αίγινα και οι δυο μας. Εκεί τον γνώρισα από πολύ κοντά και εκτίμησα το μεγάλο χαρακτήρα του.
Στην αρχή τού ’λεγα καλημέρα, μου ’λεγε κι αυτός. Με τον καιρό γνωριστήκαμε καλύτερα. Παρά την πράξη του, που οπωσδήποτε την κατακρίνω, διότι αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, ήτανε καλός μάγκας. Σοβαρός, λιγομίλητος, μετρημένος σε όλα του, σωστός και καλός μόρτης. Με πρόσεχε, με αγαπούσε και με υπολόγιζε πολύ, όπως κι εγώ. Δεν λέω τι μου είπε για το φόνο ο γέρο Αντωνίτσης, ούτε λέω τι αισθανόταν μετά. Εκείνοι που μου το είπαν ήτανε μπροστά και δεν είχανε λόγους να πουν ψέματα.
Άλλωστε δεν έχουν και διαφορά από όσα μου είπε ο γέροντας. Αυτό το μικρό διαδρομάκι, όξω από το πλυσταριό, είναι και τα στενά που αναφέρει στο τραγούδι του ο Τσιτσάνης. «Στενή» λένε οι μάγκες τη φυλακή και «στενά» το διάδρομο των κελιών». Η πόλη των Τρικάλων δεν έχει στενά και ούτε έγινε ποτέ εκεί τέτοιο έγκλημα. Αυτό είναι και το πραγματικό περιστατικό του φόνου. Και μην ακούτε τα διάφορα γελοία παραρτήματα που βγάζουν κατά καιρούς εκείνοι που κάνουν πως τα ξέρουνε όλα.
Δεν ξέρω πότε βγήκε από τη φυλακή ο Αντωνίτσης. Μόνο έμαθα πως βγήκε, χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες. Εγώ εκτιμούσα αφάνταστα αυτό τον γέροντα και τιμώ την μνήμη του. Δεν ξέρω πότε και πώς πέθανε, γιατί αποκλείεται να ζει. Το ότι ο Αντωνίτσης δεν ήτανε από τους ανθρώπους που χάριζαν κάστανα, το απέδειξε. Διότι ένας άνθρωπος δεν τραβάει εύκολα σίδερο να σκοτώσει έναν άλλον. Και η ψυχή του γέρο Αντωνίτση το ’λεγε. Βέβαια και το άλλο το παιδί, ο Σακαβλιάς, δεν έπρεπε να πάει τόσο νέο, αλλά οι μαγκιές αυτά έχουνε. Το ότι τον έκανε θρύλο ο Τσιτσάνης και τραγουδιέται τ’ όνομά του ακόμα και σήμερα κι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.

Ο Σακαβλιάς

Μιχάλης Γενίτσαρης, 1η εκτέλεση (δεκαετία 1970)

Στα Τρίκαλα στα δυο στενά
σκοτώσανε το Σακαβλιά

Το Σακαβλιά σκοτώσανε
κ’ οι μάγκες μαραζώσανε

Ο Αντωνίτσης το σκυλί
την είχε στήσει στη στενή

Βρε Αντωνίτση κερατά
που σκότωσες το Σακαφλιά

ΣΑΚΑΒΛΙΑΣ-ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΗΣ (Ηχητικό απόσπασμα από την έκδοση του γράφοντος, Παραδοσιακά αδέσποτα ρεμπέτικα: Η ιστορία και η εξέλιξη του τραγουδιού του περιθωρίου και οι πρώτες ηχογραφήσεις (1870–1936).)

Μιχάλης Γενίτσαρης – 2η εκτέλεση (δεκαετία 1990)

Στα Τρίκαλα στη φυλακή
έγινε έγκλημα εκεί

Το Σακαβλιά σκοτώσανε
οι μάγκες μαραζώσανε

Ο Αντωνίτσης το σκυλί
την είχε στήσει στη στενή

Γιατ΄ είχαν παραξηγηθεί
ήθελε να τον ‘κδικηθεί

Με μια ουρά του τηγανιού
έκαν’ ένa μαχαίρι

Και στη καρδιά τον χτύπησε
με το δεξί του χέρι

Βρε Αντωνίτση μπουνταλά
που σκότωσες το Σακαβλιά

‘Ήταν το πιο καλό παιδί
τον κλαίει όλη η φυλακή

Ο Σαρκαφλιάς

Σύνθεση: Βασίλης Τσιτσάνης.

Εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης (μπουζούκι), Στράτος Παγιουμτζής (τραγούδι), Στέλιος Χρυσίνης (κιθάρα), Πάνος Χρυσίνης (μπαγλαμά)

Δίσκος: His Master’s Voice AO 2628,

αρ. μήτρας: OGA 980, Αθήνα 1939.

Στα Τρίκαλα στα δυο στενά
σκοτώσανε τον Σακαφλιά

Τέτοιο ντερβίσικο παιδί
το κλαίμε όλοι μας μαζί

∆εν τον ξεχνούμε, βρε παιδιά
το φίλο μας τον Σακαφλιά

[1] Δύο επιγραμματικές αναφορές εντοπίζονται και σε άλλες εφημερίδες των ίδιων ημερών όπου αναγράφεται ως Χαρίλαος, χωρίς αναφορά στο όνομα «Σακαβιάς» παρά σε διαφορετικά ψευδώνυμα.

[2] Τις δημοσιεύεις που αφορούν τον Αντωνίτση, των εφημερίδων ΑΘΗΝΑΙ (1908) και ΧΡΟΝΟΣ (1909), οφείλω στην φιλόλογο Ελένη Σπυροπούλου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παπάζογλου Γιώργης, Αγγέλα Παπάζογλου – Τα Χαΐρια μας εδώ, Ε’ έκδοση, Κουκκίδα- Αιγαίον, Αθήνα 2022.
Περιοδικό «Λαϊκό Τραγούδι», τεύχος 6, Ιανουάριος 2004.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα τραγούδια, Κέδρος, Αθήνα 1979.

Χατζηδουλής Κώστας, Βασίλης Τσιτσάνης, Η ζωή μου, το έργο μου, Νεφέλη, Αθήνα 1980.

Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αρχείο Εφημερίδων, Ψηφιακές Συλλογές. digitallibrary.parliament.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Scroll Up