ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΟΣΙΔΗΣ: «Ένας ρεμπέτης που έμεινε στην αφάνεια» Μέρος 1ο
Επιμέλεια: Κώστα Χατζηδουλή

Πριν από την παράθεση του σημαντικού άρθρου με τα απομνημονεύματα του μπουζουξή Ηλία Ποτοσίδη, τα οποία αρχικά δημοσιεύτηκαν από τον αείμνηστο Κώστα Χατζηδουλή στην εφημερίδα εφ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΉ, μεταξύ 11-14 Μαΐου 1976, θα κάνω μια μικρή παρένθεση.
Το 2001, υπηρετώντας στο στρατό γνώρισα τον πολύ καλό κιθαρίστα και μπουζουξή Αλέξη Μπληγιάννο. Με πληροφόρησε πως κάποιος γείτονας του στην περιοχή που διέμενε, στον Περισσό Αττικής, ο Ιορδάνης Ποτοσίδης έπαιζε καταπληκτικό ρεμπέτικο μπουζούκι. Χαρακτηριστικά θυμόταν πως κάθε πρωί όταν ξεκινούσε για το σχολείο, ο Ιορδάνης είχε ήδη κουρντίσει και έπαιζε για ώρες ταξίμια. Έτσι μετά από λίγο καιρό γνώρισα τον κυρ Ιορδάνη, μικρότερο αδερφό του Ηλία Ποτοσίδη, ο οποίος άνηκε παιχτικά στην καθαρόαιμη σχολή Παπαϊωάννου και Χατζηχρήστου. Μου μίλησε για τον αδερφό του και την φιλία του με τον Απόστολο Χατζηχρήστο ενώ έπαιξε με το μπουζούκι του αδερφού του, κατασκευής Κυριάκου Λαζαρίδη, διάφορα παλιά τραγούδια του Χατζηχρήστου, του Παπαϊωάννου και του Τσιτσάνη. Λίγα στενά πιο κάτω από το σπίτι του βρισκόταν και το τελευταίο εργαστήρι του ιστορικού οργανοποιού Κυριάκου Λαζαρίδη. Καθώς δυστυχώς δεν έχουμε μέχρι στιγμής εντοπίσει σόλο ηχογραφήσεις του Ηλία Ποτοσίδη, ενδιάμεσα του άρθρου επισυνάπτουμε μερικά ηχητικά αποσπάσματα αυτής της συνάντησης.
Σταύρος Κουρούσης
Ο Ηλίας Ποτοσίδης είναι κι αυτός ένας από τους πιο παλιούς κι αυθεντικούς εκπροσώπους της ιστορίας του ρεμπέτικου κι ένας από κείνους που για διάφορους λόγους έμειναν στην αφάνεια.
Γεννήθηκε, στη Σαμψούντα και το 1922 με τηνΜικρασιατική Καταστροφή ήρθε με τους γονείς του κι εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα, σ’ ένα από τα πρώτα και μεγαλύτερα στέκια της ρεμπέτικης ιστορίας. Απ’ τον πατέρα του έπαιρνε κρυφά κι έπαιζε το τζουρά, που είχε φτιάξει στα 1930 ο οργανοποιός Κυριάκος Λαζαρίδης, και πάνω εκεί έκανε τα πρώτα του μαθήματα. Δούλευε λουστράκι, καρβουνιάρης, πουλούσε τσιγάρα, έκανε θελήματα, και τα βράδια γύριζε τις φτωχογειτονιές της Δραπετσώνας κάνοντας καντάδες με την πρώτη «κομπανία» που είχε δημιουργήσει με τον Χατζηχρήστο, τον Μακαρώνα και τον Σωφρονίου.
Αργότερα, η δική του «κομπανία» έσμιξε με την «κομπανία» του Γιάννη Παπαϊωάννου, που γνωρίστηκαν στη Δραπετσώνα το 1933, και οι καντάδες τους συνεχίζονταν. Ήταν από τα απαραίτητα και κυριότερα μέλη σε όλες τις «κομπανίες» που δημιουργήθηκαν μετά την Κατοχή ο Γ. Παπαϊωάννου. Κοντά στον πρωτοπόρο Μάρκο και τον Παπαϊωάννου όταν μετά την απελευθέρωση έκαναν τις ζητήσεις στις Τζιτζιφιές αποτέλεσε.
Δεν διακρίθηκε σαν συνθέτης ή τραγουδιστής. Μετά τον πόλεμο έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, το «Σε θάμπωσαν τα πλούτη», «Καράβια σιδερένια», «Τα μαλλιά τα γκρίζα», που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης κ.ά. Σαν οργανοπαίκτης όμως διέπρεψε. Ήταν το αχώριστο μπουζούκι του Παπαϊωάννου και του Χατζηχρήστου. Το 1961 έφυγε για την Αμερική, όπου είναι εγκατεστημένος μέχρι σήμερα.
Η σημαντική παρουσία του στην πορεία του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι γεμάτη ενδιαφέροντα στοιχεία της ιστορίας του, σπάνια και ανέκδοτα. Στην Αμερική άρχισε να γράφει τη ζωή του και τις αναμνήσεις του για τη ζωή και την ανάπτυξη του κόσμου του ρεμπέτικου. Πριν καιρό μου έστειλε το χειρόγραφο, γραμμένο από το χέρι του, με τα δημοσιεύματα απ’ όλα τα χρόνια να διακόπτουν στη Ελλάδα. Ήρθε πριν δύο μήνες, μετά 16 ολόκληρα χρόνια, και σε λίγες μέρες θα φύγει πάλι για την Αμερική.
Στην Τουρκία γεννήθηκα, στη Σαμψούντα το 1916. Στον Πειραιά βρεθήκαμε το 1922, με την Καταστροφή, και κάτσαμε στη Δραπετσώνα. Από έξι χρονών έπαιζα φυσαρμόνικα, μέχρι που έγινα δώδεκα. Ο πατέρας μου έπαιζε από την Τουρκία, σάζι, το λεγόμενο τζουρά. Όταν ήρθαμε στον Πειραιά, πήγε ο πατέρας μου στον οργανοποιό Κυριάκο Λαζαρίδη, που ήταν στη Δραπετσώνα και τον ρώτησε αν μπορεί να του κάνη ένα τζουρά. Ο Λαζαρίδης ήταν ο πιο παλιός οργανοποιός, εγώ αυτόν γνώρισα πρώτα, και σπεσιαλίστας στα περίεργα και δύσκολα όργανα, μέχρι τώρα.

(1905-μέσα δεκαετίας 1980), Αρχείο Κώστα Χατζηδουλή
Σκόλαγα απ’ το σχολείο, μικρό παιδάκι, και μόλις πήγαινα σπίτι έπιανα τον τζουρά· Τα γράμματα δεν τα ήθελα. Σχολείο δεν πήγαινα, με δέρνανε οι γονείς μου, εγώ τίποτα, ήθελα το τζουρά. Έκανα το λούστρο, ήμουνα 15-16 χρονών και οι μάγκες στη Δραπετσώνα και στον Άγιο Διονύση, στον Πειραιά, με φωνάζανε και μου λέγανε: «Παίξε μας τζουρά και θα σου δώσουμε τα διπλά απ’ όσα βγάζεις απ’ το γυάλισμα». Η πιάτσα ήταν γεμάτη καφενεία, μαγειρεία, με φώναζαν κι’ έπαιζα. Μετά είχα έναν ταβλά και πούλαγα τσιγάρα, αλλά πήγαινα στο καφενείο του Καμπανάου, ήταν καλός μάγκας αυτός κι’ έπαιρνα τους τζουράδες και τα μπαγλαμαδάκια που είχε στο μαγαζί κι’ έπαιζα. Έπαιζα ταξίμια (ήμουν ξακουστός τότε για τα ταξίμια μου) και τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου, το «Χαρμάνης είμαι από το πρωί», «Μας στριμώξαν ένα βράδυ» ήταν τα πρώτα που έπαιζα. Με φωνάζανε στους τεκέδες της Δραπετσώνας, στου Μίχαλου, στου Σάλωνα, στου Μαρκεζίνη. Φτιάχνανε τον ναργιλέ οι μάγκες και στον πρώτο που τον προσφέρανε ήμουνα εγώ. Εγώ όμως δεν έπινα, ήμουνα μικρός, ακόμα και τώρα δεν καπνίζω ούτε τσιγάρο. Η Δραπετσώνα έβγαλε καλά παλληκάρια, καλούς μάγκες, είχε όμως κακό όνομα, γιατί είχε τεκέδες και τα μπουρδέλα των «Βούρλων», που είχαν 600 γυναίκες. Μαζευόντουσαν τότε στη Δραπετσώνα όλα τα κακοποιά στοιχεία και ό,τι μπορεί να βάλει το μυαλό σας.
Έφτιαξε ο Λαζαρίδης το τζουρά του πατέρα μου στον πατέρα μου, ένα περίεργο, πολύ όμορφο όργανο, με ξύλινα αυτιά και τάστα αντερένια (απ’ αυτό βγήκε το σημερινό μπουζούκι). Την ημέρα που το πήρε ο πατέρας μου και το ‘φερε σπίτι, ήρθαν και κάτι φίλοι του κι’ άρχισε να παίζει και να τραγουδάει τραγούδια τούρκικα, γιατί ήταν πρόσφυγας και καλά-καλά δεν ήξερε ελληνικά. Το έπαιρνα κι΄έπαιζα κρυφά, γιατί ο πατέρας μου δεν μ’ άφηνε. Πολλές φορές το κλείδωνε σ’ ένα δωμάτιο κι’ έμπαινα απ’ το παράθυρο να το πάρω, το μυαλό μου ήταν στον τζουρά.

(Αρχείο Τάσου Σχορέλη), πηγή: Ψηφιακό μουσείο Κουνάδη.
Εκεί, στη Δραπετσώνα στη γειτονιά μας, είχαμε κάνει μια παρέα τέσσερα άτομα: εγώ, ο Απόστολος Χατζηχρήστος (που έγινε μετά μεγάλος συνθέτης), ο Γ. Κωνσταντινίδης (που τον λέγαμε «Μακαρόνα»), και ο Δ. Σωφρονίου και γυρίζαμε στις γειτονιές, παίζαμε και τραγουδάγαμε. Δούλευα στα κάρβουνα εγώ τότε και με περιμένανε οι άλλοι να σκολάσω το βράδυ για να βγούμε για καντάδες στα σοκάκια της Δραπετσώνας. Μπουζούκι έπαιζα εγώ, μαντολίνο ο Χατζηχρήστος, κιθάρα οι άλλοι δύο. Όλοι μετά γίναμε επαγγελματίες με όνομα. Ένα βράδυ, εκεί που πήγαμε, ήρθε μια άλλη παρέα, νεαροί κι αυτοί, που είχαν όργανα και γύριζαν όπως εμείς τις γειτονιές για καντάδες. Στην παρέα αυτή, που ήταν 4 άτομα, ο Μελέσης έπαιζε ακορντεόν, ο Σακουλέας μαντολίνο, ήτανε κάποιος άλλος που δεν τον θυμάμαι και ένα ψηλό παιδί που είχε μια κιθάρα μαύρη με μια κορδέλα δεμένη στην ταστιέρα της κιθάρας. Μας παρακολουθούσαν που παίζαμε και όσο βλέπαμε ότι μέσα στην ταβέρνα αυτή, εκτός απ’ τον κόσμο, ήταν κι άλλοι μουσικοί που μας ακούγαν, τα δάχτυλά μας έβγαζαν φωτιές
Το μπέρδεμα ξεκαθάρισε
Όταν τελειώσαμε τα τραγούδια και χειροκρόταγε ο κόσμος, αυτός ο ψηλός της άλλης παρέας με την κιθάρα, ήρθε από πάνω μου και με ρώτησε αν μπορεί να παίξει με το μπουζούκι μου. Το πήρε στα χέρια του αλλά δεν μπορούσε να παίξει, γιατί ήταν κουρδισμένο καραντουζένι. Με ρώτησε αν μπορεί να χαλάσει το κούρδισμα και του λέω, ναι. Το κουρδίζει ευρωπαϊκά, όπως είναι κουρδισμένα τα σημερινά τρίχορδα μπουζούκια, γιατί το ευρωπαϊκό κούρδισμα δεν ταιριάζει πάνω στο σάζι, κι’ άρχισε ο ψηλός να παίζει. Με ρώτησε πού το ‘φτιαξα· λέω στον Κυριάκο Λαζαρίδη. Από ‘κείνη τη μέρα, το 1933 ήταν, γίναμε μ’ αυτό το παιδί το ψηλό, αχώριστοι φίλοι για σαράντα ολόκληρα χρόνια. Το ψηλό παιδάκι με την κιθάρα ήταν ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο μεγάλος ύστερα λαϊκός συνθέτης, ο πιο δημοφιλής, ο πιο καλόψυχος, ο πιο αγαπητός, ο αξέχαστος.

αρχείο Ηλία Πετρόπουλου
Στα κάρβουνα δούλευε τότε κι’ ο Γιάννης, φτωχόπαιδο ήτανε· με πήρε κι’ εμένα κοντά του με καλό μεροκάματο. Μια φορά, με τη συγχωρεμένη τη μάνα του, που τον λάτρευε γιατί ήταν μοναχοπαίδι, ήρθε στου Κυριάκου το μαγαζί. Φέρανε ένα μαντολίνο και είπαν στον Κυριάκο να το κάνει τζουρά ή να το κάνει κάτι άλλο σαν μπουζούκι. Σε δύο μέρες ο Λαζαρίδης έβαλε ένα χέρι στο μαντολίνο και το έκανε σαν τζουρά αλλά με μια φωνή διαολεμένη, που χάλαγε κόσμο. Από τότε είπαμε γίναμε με τον Παπαϊωάννου αχώριστοι. Μόλις σκόλαγε, μετά το σπίτι του ερχότανε στη Δραπετσώνα μόνο και μόνο να παίξουμε μαζί, δεν αφήναμε τα όργανα από τα χέρια μας.
Στη Γύρα
Ο Λαζαρίδης, στο διάστημα αυτό, ετοίμασε του Γιάννη ένα μεσομπούζουκο, που ο συγχωρεμένος ο Γιάννης το ονόμασε «Ξανθούλα»· ήτανε το πρώτο μπουζούκι που είχε βγει στην κυκλοφορία.
Θυμάμαι την ταβέρνα του Μπάρμπα-Γιώργη, που δίπλα ήταν χασάπικο που το είχε ο Βασίλης Βάζος, αδερφός του ποδοσφαιριστή τότε του Ολυμπιακού, Γιάννη Βάζου. Στο χασάπικο του Βάζου δούλευε ο κουνιάδος του Γιάννη Βάζου, ο Χρήστος. Αυτός έγραψε τα πρώτα λόγια, τις πρώτες λέξεις της «Φαληριώτισσας», δηλαδή το «Σουρωμένος θα ’ρθω πάλι στην παλιά μας γειτονιά». Θυμάμαι ότι τα λόγια αυτά τα έγραψε πάνω σ’ ένα χασαπόχαρτο και μετά ο Γιάννης Παπαϊωάννου το συμπλήρωσε. Μετά από λίγο, γύρω στο 1935, χωρίσαμε για λίγο με τον Γιάννη, γιατί πήγε φαντάρος και μετά έκανε κάτι περιοδείες στη Θεσσαλονίκη με τον Μάρκο και τους άλλους. Εγώ συνέχισα να δουλεύω στα κάρβουνα.
Μια μέρα ήρθε ένας που έπαιζε κιθάρα, και είχε καρφωμένη πάνω στην κιθάρα και μια φυσαρμόνικα και έπαιζε μόνος του και ‘κονόμαγε. Έμαθε για μένα ότι μένω στη Δραπετσώνα και παίζω όργανο, ήρθε και με βρήκε κι’ άρχισε να με ψήνει να πάμε μαζί για δουλειά σε μαγαζί. Με κατάφερε και του λέω ένα Σαββατόβραδο, ότι θα έρθω, αλλά θα παίζουμε μόνο τα Σαββατοκύριακα. Κατεβήκαμε στην αγορά του Πειραιά, αλλά δεν πήγαμε σε μαγαζί. Η αγορά είχε τότε πολλά μπαρ, ψητοπωλεία, ταβέρνες στην οδό Ευριπίδου, όπως και το μαγαζί του Καλόξυλου, που ήταν το καλύτερο. Στη μέση της αγοράς είχε ένα μπαρ, τα «Βαλκάνια». Εκεί παίζαμε χωρίς μεροκάματο, μόνο με τυχερά. Ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Μπάτης και το Ανεστάκι που τον έλεγαν Δελιά και είχε το παρατσούκλι Αρτέμης, Ο Δελιάς πέθανε στη Δραπετσώνα, στη γειτονιά μου· στην Κατοχή μια γυναίκα τον πήρε στον λαιμό της, η λεγόμενη Σκουλαρικού. Είχε πολλά τραγούδια ο Ανέστος, πολλά κι’ όλα πολύ όμορφα, είχε κι’ άλλα που πήρε ο Μάρκος.
Γυρίζαμε με τον Μπατανίκα με την κιθάρα στην αγορά παίζαμε και παίζαμε, δεν ξέραμε σε ποια παρέα θα πρωτοπάμε να παίξουμε, γιατί όλοι μας ζητάγανε. Την πρώτη μέρα οικονομήσαμε από 400 δραχμές· πού να πάω εγώ στα κάρβουνα. Πηγαίναμε στην αγορά και την αράζαμε στη στοά που αρχίζει η Ευριπίδου· εκεί μαλώνανε οι παρέες ποια θα μας πρωτοπάρει να παίξουμε. Ήμουνα μικρός και άπιαστος στο μπουζούκι. Μέχρι που ερχόντουσαν από τα «Βαλκάνια» ο Μάρκος, ο Στράτος και άλλοι να μας ακούσουν, γιατί είχαμε βλέπεις, βγει και ‘μείς στην πιάτσα, και οι επαγγελματίες όπως ήταν αυτοί, είχαν την περιέργεια ας πούμε να μας ακούσουν. Κονομάγαμε κάθε μέρα πολλά λεφτά, μετά ήρθε στην παρέα και ο Μαρινάκης, ο Χατζηχρήστος και ο Μακαρόνας. Θυμάμαι, ότι όταν παίζαμε στην αγορά, τότε παιδάκια, ο Μάθεσης ο Τρελάκιας, που είχε ψαράδικο στην αγορά, ερχόταν και μας κόλλαγε άσχημα, μας γινότανε φόρτωμα για πολλούς λόγους. Μέχρι ένας μάγκας της εποχής, στην αγορά ερχότανε, ο Μήτσος, ο λεγόμενος «Μητσοτάκης», άρπαξε μια φορά τον Μάθεση και του λέει: «μην ξαναπειράξεις τα παιδιά, γιατί θα έχεις να κάνεις μαζί μου». Αυτό ήταν. Ο περιβόητος Μάθεσης έγινε αρνί. Δεν μπορούσε να τη βγει στο Μητσοτάκη κι’ έτσι ησυχάσαμε κι’ εμείς.
Πρώτο μαγαζί
Μόλις ήρθανε στην παρέα ο Μαρινάκης, ο Χατζηχρήστος και ο Μακαρόνας, συνεχίσαμε τη δουλειά αυτή για κάμποσο καιρό, αλλά σταματήσαμε γιατί είχαμε πολλές προτάσεις να πάμε σε μαγαζιά για δουλειά. Το πρώτο μαγαζί που πήγαμε ήταν ο «Έλατος», οδός Γεωργίου Α΄, στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι, στο μαγαζί του Μάνθου Κώστα. Και πήγαμε οι πέντε: εγώ, ο Χατζηχρήστος, ο Μαρινάκης, ο Γιώργος Κωνσταντινίδης ή Μακαρόνας και ο Δ. Σωφρονίου. Διαλύσαμε αργότερα κι’ εγώ με τον Μαρινάκη συνεχίσαμε την τράκα και ‘κονομάγαμε πολλά λεφτά, όσα θέλαμε, γιατί μόλις περπατάγαμε στην αγορά γινόμαστε ανάρπαστοι. Αλλά και ποιος δεν γύριζε τότε τράκα; Θυμάμαι πιο μπροστά από μας ήταν ο Κερυφέως με το βιολί του, που έκανε αρκετά εκατομμύρια και άλλοι που θα πω πιο κάτω, όταν έρθει η ώρα. Η δουλειά αυτή με τον Μαρινάκη συνεχίστηκε μέχρι τον πόλεμο του 1940. Ο φουκαράς ο Μαρινάκης, τόσο καλός στο όργανο, από τους καλύτερους, παιδί καλό, μάλαμα με μια φωνή πολύ όμορφη μέχρι τα τώρα, έμεινε στην αφάνεια τόσα χρόνια, αν και είναι από τους πιο παλιούς μπουζουξήδες, γιατί δεν μπορούσε να μπει στις σπείρες των εταιρειών, δεν μπορούσε να κάνει αυτά που έκαναν άλλοι.

Μέχρι τον πόλεμο περάσαμε μια ζωή πολύ καλή μ’ αυτή τη δουλειά που κάναμε. Ο Παπαϊωάννου, με τη «Φαληριώτισσα», τη «Μοδιστρούλα», το «Λόγια σου λέν», τη «Βαγγελίτσα» και τ’ άλλα, είχε γίνει άπιαστος. Ερχόταν όμως στη Δραπετσώνα συνέχεια, όχι μόνο γιατί ήμαστε φίλοι, αλλά γιατί είχε μια γκόμενα εκεί, που την αγαπούσε ο Γιάννης· την έλεγα Ευτέρπη, αλλά ο Γιάννης την έλεγε Χωροφύλακα. Ερχόταν τη νύχτα, ξάπλωνε με τις ποδάρες του κι’ άρχιζε το παίξιμο και δεν σταμάταγε, τότε λέμε, ο Γιάννης ήταν ανύπαντρος. Στη Δραπετσώνα καθόταν και ο Γιοβάν Τσαούς. Ένας ήσυχος άνθρωπος ανθρωπάκος πολύ ήσυχος, ντροπαλός, που έπαιζε ένα περίεργο όργανο σαν μπουζούκι, που το είχε φέρει από την Τουρκία. Ο Γιοβάν Τσαούς ήταν ένας από τους καλύτερους οργανοπαίκτες και τους καλύτερους συνθέτες. Έγραψε τραγούδια τότε προπολεμικά που το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο: «Μέρα και νύχτα περπατώ μέσα στη Δραπετσώνα», «Πρεζάκιας», «Παραπονιούνται οι μάγκες», «Διαμάντω» κ.α. Ήταν τόσο καλός και ντροπαλός που δούλευε εργάτης στα Λιπάσματα, ήταν πολύ φτωχός και θυμάμαι ότι όταν τον φώναζαν σε παρέες κι’ έπαιζε και του πετάγανε λεφτά, έφευγε. Δεν τα έπαιρνε και τους έλεγε ότι άμα θέλετε να είμαστε φίλοι δε θα μου δίνετε λεφτά όταν παίζω. Από την υπερηφάνεια του αυτή όμως και την καλοσύνη πέθανε στην Κατοχή. Τα δύσκολα αυτά χρόνια δεν μπορούσες να τη βγάλεις καθαρή, δεν μπορούσες να ζήσεις άμα ήσουν ντροπαλός και περήφανος. Έτσι πήγε ο Γιοβάν Τσαούς. Εγώ δεν θυμάμαι άλλο μουσικό να πέθανε στην Κατοχή γιατί δεν μπορούσε να ζήσει. Από άλλα αίτια πέθαιναν οι μουσικοί, αλλά απ’ το φαΐ κανείς.
Η δουλειά αυτή με τον Μαρινάκη, να γυρίζουμε στη γύρα, κράτησε μέχρι τον πόλεμο του ’40. Κάναμε τράκα βέβαια, έτσι λέγεται αυτό, αλλά κονομάγαμε πολλά λεφτά, όπως είπα. Ήρθε η Κατοχή και γυρίζαμε πιατάκι, μαζεύαμε λεφτά γιατί ήταν δύσκολες ημέρες και δεν έπρεπε να πεινάσουν τα παιδιά μας. Τη βγάλαμε καλά, περάσαμε μάγκικες μέρες. Ο Λαζαρίδης μας είχε κάνει κάτι ιδιότροπα, μαύρα πλακέ μπουζούκια. Δεν γυρίζαμε όμως μόνο εμείς. Γύριζε και ο Μανώλης Χιώτης, ο Κοζαδίνος μόνος του με το σαντούρι του, και ο Στεφανάκης ο Σπιτάμπελος, που γύριζε πάντα με το Χιώτη. Τότε ξαναέσμιξα με τον Παπαϊωάννου, γυρίζαμε στην κατοχή και παίζαμε όπου βρίσκαμε για το φαΐ, όπως είπα και είχαμε μια πολύ καλή κιθάρα, τον Νίκο.
Μια φορά, το 1943, εγώ, ο Παπαϊωάννου κι’ ο Μοσχονάς πήγαμε σ’ ένα μπακάλικο στο Χατζηκυριάκειο, στου Γκίκα, ενώ από πάνω μας πέφτανε βόμβες. Εμείς, παίζαμε, δεν λογαριάζαμε, αλλά και ο κόσμος πέθαινε κάθε μέρα στους δρόμους. Εμείς συνήθως δουλεύαμε με τους σαμποτέρ, παιδιά που κάνανε ζημιές στους Γερμανούς, που το ’λεγε η ψυχή τους, που δεν υπολογίζανε τίποτα. Γνωρίσαμε πολλούς τέτοιους. Δεν φτάνει που είχανε τους Γερμανός είχανε και τους συνεργάτες τους. Γνωρίσαμε παιδιά που άνοιγαν τις αποθήκες με κίνδυνο της ζωής τους, έπαιρναν τα τρόφιμα και τα μοίραζαν στον φτωχό κόσμο. Κάτσαμε λίγο στο μαγαζί του Γκίκα και μετά φύγαμε για άλλο μαγαζί, ψάχναμε να βρούμε δουλειά, να περάσουν οι δύσκολες μέρες της Κατοχής.
Περιστατικό με τους Γερμανούς
Μετά μας φώναξε με τον Παπαϊωάννου, ο Διοικητής της Αστυνομίας, που είχε γλέντι, να παίξουμε. Τελειώσαμε στις τρεις τη νύχτα και επειδή ήταν Κατοχή και περασμένη ώρα μας είπε να μείνουμε σπίτι του. Εμείς τα ‘χαμε πιει και ξεκινήσαμε να φύγουμε από τα Σφαγεία που ήταν το σπίτι του προς το κάτω προς την Καλλιθέα. Μόλις φτάσαμε εκεί που είναι η «Σιβιτανίδειος» σχολή, με τα μπουζούκια στα χέρια, που στη νύχτα φαινόντουσαν σαν όπλα, μας σταμάτησε η Γκεστάπο. Σηκώσαμε τα χέρια ψηλά, ήρθανε κοντά μας με τα φανάρια και μας ρώτησαν που είμαστε και πού πάμε. Ο Παπαϊωάννου τους λέει ότι ήμαστε στο σπίτι του Διοικητή και διασκεδάζαμε κάτι Ιταλούς αξιωματικούς. Ο Γερμανός αξιωματικός, ο πιο μεγάλος απ’ όλους, μας λέει ότι τώρα θα φάτε μπριζόλες, εννοούσε το ξύλο. Ευτυχώς όμως δεν ξέρω πως ο επικεφαλής ήταν Ιταλός που του άρεσε η μουσική. Μας έβαλε στο τζιπ και μας πήγε σπίτια μας, ποτέ δεν καταλάβαμε τι έγινε. Μετά πήγαμε στην ταβέρνα του «Καπίρη», στο Μοσχάτο που το άφησε το μαγαζί στον Παπαϊωάννου. Κι’ εκεί πέρα τα ίδια ερχόντουσαν πολλοί αγωνιστές, αλλά καμιά φορά και Χίτες, με αρχηγό τον Τσουραπά που ευτυχώς μέσα στο μαγαζί καθόντουσαν καλά, γιατί σεβόντουσαν πολύ τον Παπαϊωάννου κι’ εμάς. Ένα βράδυ δεν θα ξεχάσω που ήρθανε στο μαγαζί Γερμανοί μ’ ένα αυτοκίνητο μεγάλο γεμάτο τρόφιμα, σαν βαγόνι τρένου. Μπήκανε στο μαγαζί, γυρεύανε γυναίκες και μετά ζητήσανε να τους τραγουδήσουμε, τι να κάναμε ξέραμε ένα-δυο γερμανικά τραγούδια κι’ αρχίσαμε να τα παίζουμε. Μόλις τ’ ακούσανε οι Γερμανοί, αμέσως δείξανε φιλία και για να μην τα πολυλογούμε κάτσανε και δεν φεύγανε. Οι δικοί μας τούς διπλαρώσανε κι’ αρχίσανε να τους κερνάνε, να τους ξανακερνάνε, μέχρι που τους κάνανε σκνίπα απ’ το μεθύσι. Βγαίνει ο Παπαϊωάννου έξω, ανεβαίνει στο αυτοκίνητο, ευτυχώς είχαν τα κλειδιά επάνω στο αυτοκίνητο, του πήρανε τα όπλα γιατί αυτοί ήταν αναίσθητοι και ξεκινήσαμε. Ο Γιάννης ήταν καλός οδηγός, πολύ παλιός οδηγός και στο στρατό ήταν και πριν να πάει φαντάρος. Πήραν το αυτοκίνητο και τα τρόφιμα. Τους πήγαμε μόνο στο ποτάμι στον Ιλισσό και τους αφήσαμε. Την άλλη μέρα νωρίς, ο Παπαϊωάννου και τα παιδιά κάνανε διανομή τα τρόφιμα, όμορφα πράγματα. Μετά από αυτό βρήκανε τους Γερμανούς το πρωί ξυλιασμένους. Ύστερα από του «Καπίρη» πήγαμε στην Αγία Ελεούσα, απέναντι στα Περιστέρια, ήτανε το 1944. Τότε είχαμε εκεί κοντά μας για λίγο καιρό, έναν πολύ μεγάλο συνθέτη τον Μήτσο Μπαγιαντέρα. Οι μέρες τότε ήτανε πιο δύσκολες.
Απελευθέρωση
Μετά την Απελευθέρωση, το 1946, πήγαμε και δουλεύαμε εγώ, ο Μοσχονάς, ο Ανέστος σ ένα μαγαζί στο Δαφνί. Το είχε ο Γιαννάκης κι’ ο Λεβεντάκης, ήταν κουτουκάκι, αλλά ερχόταν καλός και διαλεγμένος κόσμος. Ερχόταν ο κόσμος ν’ ακούσει τον αθάνατο Μοσχονά, έναν από τους καλύτερους τραγουδιστές που έχουν βγει, είμαστε όμορφο συγκρότημα και βγάζαμε πολλά λεφτά από τη χαρτούρα. Κάτσαμε περίπου έξι μήνες και θα καθόμασταν πολύ ακόμα, αν δεν ερχόταν ένα βράδυ ο ψευτοπαλληκαράς ο Νίκος Κατελάνος με κάτι πορδόμαγκες. Τότε κάνανε τους Βασιλικούς και πλησιάζανε στο πάλκο για να τους παίξουμε του «Αητού το γιό». Εγώ έπαιζα συνέχεια ό,τι μου κατέβαινε, δεν σταμάτησα καθόλου από την ώρα που τους είδα, για να μην τους δώσω αφορμή για καυγά. Εν τω μεταξύ τ’ αφεντικά του μαγαζιού, που ήταν όλο φιγούρα και μαγκιά, δεν βγάλανε λέξη, είχαμε κιτρινίσει απ’ το φόβο τους. Αρπάει ένα μπουκάλι ο Κατελάνος αρχίζει να βρίζει, να απειλεί, μέχρι που μπαίνει μια παρέα δική τους, σαν κι’ αυτούς, μέχρι να αγκαλιαστούν και να φιληθούνε, παρατάμε το πάλκο και φύγαμε αυτό ήταν. Αργότερα ο Γκραβαράς, ένα γεροντάκι, ο Μάνθος Γκραβαράς σκότωσε έναν από αυτούς, γιατί τον έβριζε συνέχεια στο μαγαζί του χωρίς λόγο, και από τότε τους κόπηκε ο τσαμπουκάς. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ικανοί για όλα, οι παλιοί τα θυμούνται και τα ξέρουνε.
Στο Πατριαρχείο του «Καλαματιανού»
Μετά εγώ πάλι τα ίδια εδώ κι’ εκεί, τόχει η μοίρα μου αιωνίως να γυρίζω σαν την άδικη κατάρα. Ήρθε ο Παπαϊωάννου και μου λέει, άντε ρε χαμψία, άστα αυτά και κοίτα να συγκεντρωθείς, είναι ντροπή να γυρίζεις ολόκληρος άντρας. Η αλήθεια ήταν αυτή, ήμουνα τριάντα χρονών παλικάρι είχα μια τριφασική καψούρα με μια κοπέλα και ντρεπόμουνα να γυρίζω στους δρόμους. Λέω την αλήθεια όπως πραγματικά είναι, από την πρώτη λέξη μέχρι την τελευταία είναι η αλήθεια, γιατί εδώ στην Αμερική δεν με εμποδίζει τίποτα να λέω την αλήθεια. Ούτε έχω ανάγκη κανέναν, ούτε περιμένω στα γεράματα να κάνω καριέρα, θα τα πω όπως πραγματικά είναι τα γεγονότα κι’ όχι όπως τα θέλει ο καθένας. Με πήρε ο Παπαϊωάννου κι’ από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ, μέχρι που έφυγα για την Αμερική, εκτός από δύο φορές που πήγε μόνος του στην Αμερική.

αρχείο Ηλία Πετρόπουλου
Πήγαμε στου «Καλαματιανού» το 1946-47, το πρώτο μαγαζί που έγινε μπουζουκάδικο, από τότε άρχισε η Ιστορία για τις Τζιτζιφιές, ο Παπαϊωάννου την άρχισε κι’ ο πρωτοπόρος Μάρκος Βαμβακάρης. Αρχίσαμε Παπαϊωάννου, Μάρκος, Γενίτσαρης, Κερομύτης, Μαρσέλος, Ρούκουνας κι’ εγώ. Ύστερα ο Μάρκος έφερε και τον αδερφό του Αργύρη που ήταν πιτσιρίκος. Η κομπανία αυτή ήταν πρωτοφανής στην ιστορία τέτοια δεν ξανάγινε ποτέ. Το 1948 ήμαστε δώδεκα άτομα με τη φίρμα «Τα Δώδεκα Μπουζούκια». Ήταν αυτοί που είπα και ο Μητσάκης μετά, ο Χατζηχρήστος, ο Μανισαλής, ο Περιστέρης, ο Κασιμάτης. Είχαμε γίνει δύο συγκροτήματα, οι μισοί έβγαιναν την μισή ώρα και οι άλλοι την άλλη μισή. Κάθε βράδυ γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Εμείς ανεβαίναμε με αρχηγό τον Παπαϊωάννου, εγώ, ο Μαρσέλος, ο Ρούκουνας, ο Χατζηχρήστος κι’ ο Μάρκος. Μετά ο Περιστέρης, ο Κερομύτης, ο Μητσάκης, ο Αργύρης, ο Μανισαλής κι’ ο Κασιμάτης. Γινότανε της μουρλής, δεν μπορεί να περάσει απ’ το μυαλό εκείνου που δεν τα έζησε. Τα μεγαλύτερα σουξέ και την μεγαλύτερη επιτυχία την είχε ο Παπαϊωάννου, επί δέκα χρόνια συνέχεια έκανε γυμνάσια σε όλους ο Γιάννης. Γυναίκα δεν είχαμε τότε στο πάλκο, μόνοι μας δουλεύαμε, όλο άντρες και οι επιτυχίες του μαγαζιού έκαναν τις Τζιτζιφιές στέκι όλων των πραγματικών γλεντζέδων. Υπήρχαν κι’ άλλα μαγαζιά τριγύρω που γινόντουσαν το διάστημα αυτό. Ήτανε του «Μάριου», του «Μαργωμένου» αλλά το πατριαρχείο ήταν του «Καλαματιανού», δεν ξανάγινε τέτοιο πάλκο και τέτοια ιστορία ποτέ. Στου Μάριου» ήταν ο Χιώτης, στο Φαληρικό» άλλοι, αλλά, είπαμε, τίποτα. Ουρά, εμείς ο λαός, άδειοι οι άλλοι, κάθε μέρα ο Γιάννης τους έκανε γυμνάσια, τις δικές του δόξες δεν τις γνώρισε κανείς άλλος κι΄ αυτό όλοι το ξέρουνε. Όταν πήραμε στου «Καλαματιανού» το Μητσάκη, θυμάμαι που γυρίζει και λέει στον Γιάννη, ότι μπράβο ρε Παπαϊωάννου ξέρεις και δουλεύεις και τώρα έμαθα να δουλεύω κι’ εγώ.
Στο «Παραμύθι»
Το μαγαζί αυτό έσπασε και καταστράφηκε το 1949 όταν ο Ρήγας ο αστυφύλακας, μπατζανάκης του Καλαματιανού, τον σκότωσε. Έτσι τσάμπα κι’ άδικα σκοτώθηκε ο Καλαματιανός από έναν άνθρωπο που τον είχε βοηθήσει τόσο πολύ. Είχανε οικογενειακά προηγούμενα ήταν μπατζανάκηδες, τ ‘αφήνουμε εδώ πέρα. Από τότε το μαγαζί αυτό πήρε την κάτω βόλτα.

Μόλις φύγαμε από του «Καλαματιανού», το πρώτο μαγαζί που πήγαμε ήταν του Χειλά του Βασίλη στη λεωφόρο Συγγρού, κι’ αυτό ο Παπαϊωάννου το ‘κανε μπουζουκάδικο, όπου πήγαινε έφτιαχνε κι’ από ένα στέκι που κράταγε χρόνια. Ο Χειλάς στο μαγαζί αυτό πριν να πάμε εμείς είχε «ιδιαίτερα» και λεγόταν «Παραμύθι». Οι πρώτοι που πήγαμε ήμασταν εμείς όλο άντρες. Ο Γιάννης, εγώ, ο Μοσχονάς, ο Μαρσέλος, ο Καλλέργης, οι αδελφοί Ευσταθίου, ο Μήτσος κι’ ο Σπύρος. Στην αρχή δεν είχαμε ούτε μηχανήματα, ούτε γυναίκες τραγουδίστριες, πολύ μεγάλη επιτυχία, κάθε βράδυ γέμιζε το μαγαζί και ο κόσμος στεκότανε απ’ έξω. Ο Χειλάς ήταν καλός καταστηματάρχης, δεν ήξερε τι να κάνει, κάθε μέρα ερχόταν και πιο πολύ κόσμος και το μαγαζί ήταν μικρό και δεν τους χώραγε. Ένα βράδυ λέει ο Παπαϊωάννου του Χειλά: «Ρε Χειλά, τι θα γίνει, το «Παραμύθι» θα κρατήσει πολύ ακόμα; Δηλαδή εμείς θα παίζουμε κι’ οι άλλοι θα… Έχεις σκοπό να το χαλάσεις;»
Εννοούσε ο Γιάννης τον τίτλο του μαγαζιού που λεγόταν «Παραμύθι» γιατί ο Χειλάς είχε κρατήσει πίσω κάτι «ιδιαίτερα» και κάπου-κάπου πήγαινε κανένα ζευγάρι κι’ αυτό δεν ήταν σωστό, ο Γιάννης τα ‘βαζε με το Χειλά. Το ίδιο βράδυ ο Χειλάς βάζει τα γκαρσόνια το γκρεμίζουνε, εμείς δουλεύαμε κι΄ αυτοί γκρεμίζανε, σπάνε τον τοίχο που είχε κι’ από 100 άτομα που έπαιρνε το μαγαζί το κάνει για 300. Αμέσως το μαγαζί πήρε άλλη βόλτα, κάθε μέρα πιο πολύς κόσμος και ο Παπαϊωάννου άλλαξε τον τίτλο κι’ από «Παραμύθι» το ‘κανε «Τριάνα»
Μετά έφερε Τουρκάλες χορεύτριες, μουσικούς, τον διάσημο Τούρκο Ορχάν και μετά ήρθε στο συγκρότημα ο Μανώλης Χιώτης με τον Κοζαδίνο και με τραγουδίστρια τη Μαρίκα Νίνου. Ήρθε ο Χιώτης με τη Νίνου, αλλά δεν έκατσε πολύ η Μαρίκα, γιατί πήγε στον Τσιτσάνη και ήρθε η Σωτηρία Μπέλλου. Κι’ έτσι επεκτάθηκε στην «Τριάνα» ο Παπαϊωάννου και ο Χιώτης με τη Μπέλλου κι’ εμάς. Αργότερα ήρθε η Ρένα Ντάλλια.
ΠΗΓΕΣ


τον ποτοσιδη τον ειχε κανει εκπομπη και ο γεραμανης και μιλουσε ο ιδιος ο ποτοσιδης. θυμαμαι, ειχε πει για την γνωριμια του με τον παπαιωαννου, οτι επαιζε μπουζουκι με καραντουζενι τοτε, και μια φορα στην αμερικη, οτι τον ειδε μια γυναικα που ειχε μαγαζι και ειχε παει για δουλεια εκει, και ειπε ”καλα αυτος ο ηλικιωμενος θα παιξει μπουζουκι? ” αλλα οταν τον ακουσε αλλαξε γνωμη. εκτος απο τα τραγουδια του, ο γεραμανης ειχε παιξει και ενα ηχογραφημενο ταξιμι του σε δρομο χιτζαζκιαρ στην εκπομπη. εχω την εντυπωση οτι πρεπει να ηταν με ηλεκτρικο μπουζουκι. υπαρχουν αυτες οι εκπομπες στο αρχειο της ΕΡΤ. οχι στο διαδυκτιακο ομως. πρεπει να πας εκει, σε αφηνουν να τις ακουσεις αλλα οχι να τις παρεις.