ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΟΣΙΔΗΣ: «Ένας ρεμπέτης που έμεινε στην αφάνεια» Μέρος 2ο

ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΟΣΙΔΗΣ: «Ένας ρεμπέτης που έμεινε στην αφάνεια» Μέρος 2ο

Επιμέλεια: Κώστα Χατζηδουλή

Ηλίας Ποτοσίδης

(Σαμψούντα Πόντου, 26 Οκτωβρίου 1916 Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 1997)

Οι επιτυχίες του Παπαϊωάννου είχαν πάρει φόρα, το μαγαζί που δουλεύαμε κάθε μέρα ήταν γεμάτο, η Μπέλλου τραγουδούσε τους δίσκους του, η Ντάλλια, η Νίνου, ο αθάνατος Μοσχονάς με τον Στελλάκη, ο Καλλέργης, ο Ευγενικός, ο Καζαντζίδης και άλλοι. Εγώ τα έπαιζα στο πάλκο και στις φωνοληψίες, στους δίσκους, μαζί με τον Γιάννη, πρίμο – σιγόντο στα μπουζούκια. Τον Ζέπο τον γνώρισα προπολεμικά όταν διαλύσαμε την «κομπανία» που γυρίζαμε στην αγορά και πήγα για δουλειά στη «Λάμψη», στο Νέο Φάληρο. Εκεί ερχόντουσαν όλοι οι ψαράδες και ο θρυλικός Καπετάν Αντρέας Ζέπος, αυτός που ο Γιάννης τον έκανε τραγούδι και τον τραγουδά ακόμα και σήμερα όλος ο κόσμος. Μετά γίναμε φίλοι, ήταν βλέπεις και αδερφικός φίλος του Γιάννη, και για πολλά χρόνια τον κάναμε συντροφιά στις Τζιτζιφιές. Εδώ στην Αμερική, όταν έμαθα ότι πέθανε ο Ζέπος, στεναχωρέθηκα τόσο πολύ που δεν περνάει από το μυαλό σας.

Από το μαγαζί λοιπόν, του «Χειλά» πέρασαν πολλοί καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια, πέρναγαν κι’ έφευγαν, εμείς εκεί και όταν φύγαμε και πήγαν άλλοι, δεν είχαν την επιτυχία μας. Το 1952, το συγκρότημα του Παπαϊωάννου έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Ήταν ο Γιάννης, εγώ, η Ντάλλια, ο Καλλέργης, ο Βασιλείου και άλλοι. Μεγάλη επιτυχία είχαμε στην Πόλη. Πήγαμε στα Ταταύλα κι’ αλλού, όπου πηγαίναμε γινότανε χαλασμός. Οι Έλληνες με τη σειρά μας καλούσανε για να μας κάνουν τραπέζι και να μας ευχαριστήσουν.

Από αριστερά: Βασίλης Βασιλείου (ακορντεόν), Νίκος Καλλέργης (κιθάρα), Ρένα Ντάλια (τραγούδι), Γιάννης Παπαϊωάννου (μπουζούκι), Ηλίας Ποτοσίδης (μπουζούκι),.
Στην ταβέρνα του «Δημήτρη» στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο του 1952.

ΧΙΩΤΗΣ – ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ

Όταν γυρίσαμε απ’ την Πόλη, πήγαμε πάλι στην «Τριάνα» του Χειλά, αυτή τη φορά με τη Σεβάς Χανούμ, τη Λέλα Παπαδοπούλου, τη Νικολέσκο, τον Στέλιο Λαζάρου, Μοσχονά, Καλλέργη, αδελφούς Ευσταθίου.

Στην «Τριάνα» το 1952.
Κάτω σειρά από αριστερά: Μήτσος Ευσταθίου, Σπύρος Ευσταθίου, Σεβαστή Παπαδοπούλου (Σεβάς Χανούμ),
Γιάννης Παπαϊωάννου, Ηλίας Ποτοσίδης.
Πάνω σειρά από αριστερά: Στέλιος Λαζάρου, Λιλή Νικολέσκο, Λέλα Παπαδοπούλου, Νίκος Καλλέργης.

Ο Μανώλης Χιώτης δούλευε με τη Σωτηρία Μπέλλου στην παράγκα του Καλαματιανού, που την είχε πάρει ο Χειλάς, όταν του το υπέδειξε ο Γιάννης. Και αυτοί εκεί κάτω στις Τζιτζιφιές είχαν επιτυχία. Ο Τσιτσάνης δούλευε με τη Νίνου, νομίζω στου Μαργωμένου. Ο Χιώτης είναι άλλο πράγμα, δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον, δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτό το παιδί. Το παίξιμό του ήταν άλλο πράγμα και ο χαρακτήρας του το ίδιο, σπάνιο παιδί, πολύ καλό. Μα στο μπουζούκι, στο παίξιμο, στις εκτελέσεις δίσκων, στις φωνοληψίες, πρώτος είναι ο Τσιτσάνης. Εμείς τι δουλειά κάνουμε; Δεν είμαστε του συναφιού εμείς; Ξέρω εγώ τι γίνεται όπως και όλοι οι παλιοί, κάποτε κάναμε ένα συμβούλιο, συζήτηση μεγάλη και όλοι συμφωνήσαμε, ήταν Παπαϊωάννου, Χιώτης, όλοι, ότι ο Τσιτσάνης έχει το καλύτερο παίξιμο στους δίσκους. Έχει δάκτυλα στο παίξιμο, που δεν τα έχει άλλος, έχει, ας το πούμε «φωτογένεια» στα δάκτυλα. Κανένας δεν μπορεί να παίξει στους δίσκους, αυτά που έχει παίξει και μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Τσιτσάνης. Όλους τους μπουζουξήδες του κόσμου αν φωνάξεις, κανείς δεν μπορεί να κάνει αυτό που κάνει στη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ο Τσιτσάνης. Ένα τρομερό κάνει στο μπουζούκι, στο τραγούδι αυτό, που κανείς μας δεν μπορεί να κάνει όσο και αν κουρασθεί. Όταν το ακούς (ακούστε το που το παίζει στο δίσκο) σε πιάνει τρέλα, είναι Παναγία μου!!!. Οι φωνοληψίες του δεν ξαναγίνονται.

Ο ΖΑΜΠΕΤΑΣ

Από αριστερά: Βάγιας Γιαννιτόπουλος (βιολί), Βασίλης Βασιλειάδης (ακορντεόν), Γιώργος Ζαμπέτας (μπουζούκι), , Μήτσος Μασσέλος (πιάνο),
Ρένα Ντάλλια (τραγούδι), Γιάννης Παπαϊωάννου (μπουζούκι), άγνωστος (κιθάρα), Ηλίας Ποτοσίδης (μπουζούκι).
Αρχείο οικογένειας Ποτοσίδη

Μετά πήγαμε στο «Φαληρικό», στου Μαργωμένου, στις Τζιτζιφιές. Η επιτυχία μας εκείνη έμεινε στην ιστορία. Στο «Φαληρικό» δεν θυμάμαι ποιας χρονολογίας ακριβώς, πήραμε και τον Γιώργο Ζαμπέτα και τον Βασιλειάδη, τότε έπαιζε ακορντεόν. Τότε ήταν και οι δύο καινούργιοι, εμείς τους πήραμε στη δουλειά και τώρα άμα θα μας δούνε, ίσως δεν μας γνωρίζουνε. Τότε είχαμε στο πάλκο και τη Δούκισσα. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι, που μόλις είχε καθαρίσει από τον πατριό της που δεν την άφηνε σε χλωρό κλαρί. Ήταν μικρό το φουκαριάρικο αλλά πολύ καλό κοριτσάκι και πολύ καλή φωνή, μόνη της κουράστηκε κι’ έκανε όνομα και συνεχώς, όπως μαθαίνω, ανεβαίνει. Μπράβο της.

Τότε έμπλεξαν και τα δύο μεγάλα ονόματα μαζί, ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου, που κάθε βράδυ γινότανε χαλασμός κόσμου. Δυό ονόματα μεγάλα της λαϊκής μουσικής, που πρόσφεραν τόσα πολλά, δυό ονόματα που ήταν γραφτό (ευτυχώς από την πλευρά αυτή), να ξανασμίξουνε τα τελευταία χρόνια και να ‘ναι μαζί αχώριστοι, μέχρι που έφυγε για πάντα ο Γιάννης.

Από αριστερά: Hλίας Ποτοσίδης (μπουζούκι), Λουκάς Καρμανιόλας (βιολί), Βασίλης Τσιτσάνης, (μπουζούκι) Άννα Χρυσάφη (τραγούδι),
Ευαγγελία Μαργαρώνη (πιάνο),
Γιάννης Παπαϊωάννου (μπουζούκι) , Νίκος Καλλέργης (κιθάρα), άγνωστος (ακορντεόν), Στέλιος Μακρυδάκης (μπουζούκι)
«Λουζιτάνια» 1956.
Αρχείο οικογένειας Ποτοσίδη

Στο «Φαληρικό» θυμάμαι που είπε κάτι ο Ζαμπέτας που δεν το ξέχασα και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Είπε κάποια φορά ότι:
-όσο κάθεσαι, Ηλία, εδώ και δουλεύεις, θα είσαι στην αφάνεια, δεν πρόκειται να κάνεις τίποτα-.

Αυτό μου είπε και όταν έφυγα για την Αμερική πολλές φορές τον θυμήθηκα. Πιο κάτω θα πω τι γίνεται στην Αμερική για το όνομα του Ζαμπέτα. Πρέπει να πω τώρα ότι από τον καιρό που έφυγε από τον Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Ζαμπέτας έκανε όνομα. Όχι ότι ήταν κακός ο Γιάννης, αλλά όσο ήταν δίπλα του δεν μπορούσε να δείξει την αξία του ο Ζαμπέτας. Έφυγε και αμέσως σε λίγους μήνες προχώρησε και σήμερα έγινε ο μεγάλος, ο πολύ μεγάλος Ζαμπέτας, ένα από τα μεγαλύτερα μπουζούκια της Ελλάδος.

Από αριστερά: Αργύρης Βαμβακάρης, άγνωστος στα ντράμς, Αντώνης Μουστάκας, Ρίτα Σακελλαρίου, πιθ. Αντώνης Ρεπάνης, Ηλίας Ποτοσίδης, άγνωστος πιανίστας, Γιάννης Σαλασίδης.

Μετά πήγαμε στη «Λουζιτάνια» στον «Αστέρα» με την Μπέλλου και πάντα επικεφαλής ο Γιάννης. Η Μπέλλου μετά έφυγε και συνεχίσαμε εμείς. Αργότερα ξαναέσμιξα με τη Σωτηρία στου «Κουλουριώτη», την ασήμαντη τότε Σακελλαρίου, τη Ρία Κούρτη, την Μπέμπα Μπλανς κ.α.

Ο Γιάννης είχε φύγει για πρώτη φορά στην Αμερική. Όταν γύρισε, πάλι μαζί συνεχίσαμε με τον Τσιτσάνη, τη Χρυσάφη και ένα από τα καλύτερα μπουζούκια, τον Στέλιο Μακρυδάκη.

Με την Μπέλλου συνεργασθήκαμε πολλά χρόνια, όχι μόνο στους δίσκους που έπαιζα τα τραγούδια της, αλλά πιο πολύ καιρό στο πάλκο. Σε πολλά μαγαζιά δουλέψαμε μαζί και γνωρίσαμε δόξες μεγάλες. Μεγάλη τραγουδίστρια, πολύ μεγάλη, αυτή, η Χασκίλ, και η Γκρέυ. Μετά Νίνου, Ντάλλια και οι άλλες. Τραγουδίστρια μεγάλη, και καρδιά ακόμα πιο μεγάλη, χρυσή. Νευρικιά, όμως, πολύ νευρικιά. Δούλευε στα μαγαζιά κάνα μήνα, τσακωνότανε, τους έβριζε όλους κι’ έφευγε. Δεν καταλάβαινε κανένα, δεν άκουγε κανένα, έκανε πάντα αυτό που ήθελε αυτή. Έφευγε από τα μαγαζιά και μετά τη φωνάζανε και ξαναπήγαινε, καθότανε κάνα μήνα, την έπιανε τρέλα, τους έβριζε όλους κι’ έφευγε. Ξέρανε όλοι όμως τη μεγάλη αξία που είχε εκείνη την εποχή. Και ο Παπαϊωάννου το ’ξερε και όλοι. Εμείς είμαστε φίλοι, τα πηγαίναμε καλά και όποτε μάλωνε με τον Παπαϊωάννου κι’ έφευγε (όπως στη «Λουζιτάνια», τότε), πήγαινα εγώ στο σπίτι της στο Περιστέρι και την «έψηνα» να ξαναγυρίσει.

Από αριστερά: Στέλιος Λαζάρου, Νίκος Καλλέργης, Λιλή Νικολέσκο, Ηλίας Ποτοσίδης, Βασίλης Βασιλείου, Σωτηρία Μπέλλου, Γιάννης Παπαϊωάννου, άγνωστος (ντράμς), Στέλιος Μακρυδάκης.
«Λουζιτάνια».

ΠΡΩΤΟΣ ΔΙΣΚΟΣ

Τότε εγώ, το 1952 έγραψα και κάτι τραγούδια δικά μου και τα πήγα στις εταιρείες. Από τα 10 τραγούδια που τους πήγα κρατήσανε μόνο δύο-τρία, όπως το «Σε θάμπωσαν τα πλούτη», που τραγουδάει ο Μοσχονάς και ο Καλλέργης και το «Μαλλιά τα γκρίζα» που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ήταν φαντάρος τότε και τον έφεραν συνοδεία στο στούντιο για να το τραγουδήσει. Κάτι είχε τσακωθεί μ’ ένα μεγάλο και τον έβγαλαν από το Στρατιωτικό Πειθαρχείο για να τραγουδήσει.

Από αριστερά ο Καζαντζίδης με τον Ποτοσίδη σε φιλικό γλέντι, κατά την δεκαετία του 1980.
Δεξιά η ετικέτα του τραγουδιού
«Τα μαλλιά τα γκρίζα»

Όλα αυτά που γινόντουσαν τότε με αηδίασαν και με αγανάκτησαν. Όλοι κοιτάζανε τον εαυτό τους, οι κλίκες μέσα στις εταιρείες έδιναν κι’ έπαιρναν, έκαναν ό,τι ήθελαν λίγοι άνθρωποι. Γι’ αυτό το λαϊκό τραγούδι, κατάντησε εκεί που κατάντησε. Μαθαίνω εδώ στην Αμερική ότι τα ίδια γίνονται και τώρα στην Ελλάδα, τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα και το 1961 έφυγα για τη ζούγκλα της Αμερικής, έφυγα με σκοπό να κάτσω έξι μήνες κι’ έκατσα 16 ολόκληρα χρόνια. Ας είναι καλά ο συνθέτης Γεράσιμος Κλουβάτος, ένα από τα καλύτερα παιδιά του ρεμπέτικου που με πήρε στην Αμερική. Ήταν εκεί ο Γεράσιμος στο Λος Άντζελες, σ’ ένα μαγαζί που είχε μια κυρία πολύ καλή, η Ελένη Καπέλο, Σαμιώτισσα, στην καταγωγή. Τέσσερα χρόνια έκατσε στο μαγαζί της ο Κλουβάτος και έβγαλε αρκετά λεφτά. Ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα και έπρεπε κάποιος να πάει στη θέση του. Αηδιασμένος και με τις ρουφιανιές που έκαναν στις εταιρείες οι κλίκες, με ειδοποίησε ο Γεράσιμος και με 80 δολάρια στην τσέπη ξεκίνησα. Πολύ φτηνή τότε η ζωή στην Αμερική, είχα τυχερά πολλά και πέρναγα πολύ καλά. Μέχρι το 1962-63 δούλεψα στο Λος Άντζελες και αργότερα πήγα στο Σικάγο κι’ έκανα πολιτικό γάμο. Μετά πήρα την πράσινη κάρτα, έπαιρνα καλό μεροκάματο και έλυσα πολλά προβλήματα, που είχα στην Ελλάδα. Η νοσταλγία όμως για την Ελλάδα δεν με αφήνει ήσυχο κάθε μέρα εδώ στην Αμερική. Το μαράζι της ξενιτειάς είναι μέσα μου και με τρώει κάθε μέρα που περνάει. Η Αμερική είναι πλανεύτρα, όποιος καθίσει πάνω από έξι μήνες την κάνει ψώνιο, είναι σα να σου βάζουνε ένεση μορφίνης, χάνεις τα νερά σου.

Στην Αμερική όλα αυτά τα χρόνια πέρασα καλά, παράπονα πολλά δεν έχω, μπορεί να μην έκανα όσα λεφτά έπρεπε, αλλά πάντως την έβγαλα καλά. Δούλεψα σε όλες σχεδόν τις Πολιτείες της Αμερικής όλα αυτά τα χρόνια, από το Σικάγο μέχρι το Σαν Φραντζίσκο, κι’ από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Φλώριδα. Στα καλύτερα μαγαζιά, με μεροκάματο γερό και τυχερά πολλά. Τώρα τα τελευταία χρόνια χάλασε αυτή η δουλειά στην Αμερική και η ζωή έγινε ακριβή και δύσκολη, πολύ δύσκολη.

Πήγα στο Χόλλυγουντ και δούλεψα 4 ολόκληρα χρόνια, όχι τώρα, αλλά πριν 10 χρόνια. Γνώρισα ηθοποιούς πολλούς, που έγιναν φίλοι μου, άνθρωποι απλοί που τους πιάνει τρέλα όταν ακούνε μπουζούκι και ελληνική λαϊκή μουσική. Ο Τέλης Σαβάλας είναι φίλος μου, πολύ φίλος μου, τόσο πολύ γοητεύτηκε από το μπουζούκι που δεν χόρταινε να το ακούει. Είναι Έλληνας, βλέπετε, και όταν ακούγει αυτό το άγιο όργανο νταλγκαδιάζεται, συγκινείται, θυμάται αμέσως την Ελλάδα, την αγαπημένη μας Ελλάδα.

Για αρκετό καιρό στο Χόλυγουντ του έδειχνα να παίζει μπουζούκι, ερχόταν με τις ώρες κι’ έπιανε το μπουζούκι για να μάθει, είχε νταλκά και ακόμα έχει, να μάθει να παίζει.

Στο Χόλυγουντ γνώρισα πολλές δόξες. Έπαιξα σε πέντε αμερικανικά έργα. Ήμουνα στενός φίλος της Τζέην Μάσφηλντ, έπαιξα μαζί της στο έργο και πολλές φορές της έπαιζα στο μπουζούκι ελληνικές λαϊκές παλιές και νέες μουσικές. Έπαιξα με τον Γκάρυ Κούπερ, τη Σοφία Λόρεν, τον Σίζερ Ρομέρο και άλλους. Σε ένα έργο, στο «Ο κρεμασμένος άνθρωπος», που παίζουν κορυφαίοι ηθοποιοί, όπως ο Τζακ Πάλλανς, ο Κασαβέτης, ο Ρ. Μολνταμπάν και άλλοι, η μουσική είναι δικιά μου, εγώ έγραψα τη μουσική του έργου.

Η ευχαριστήρια επιστολή της Desilu Productions προς τον Ηλία Ποτοσίδη (2 Οκτωβρίου 1963). Ο συντονιστής μουσικού προγράμματος του στούντιο, Julian Davidson, τον συγχαίρει για τη μουσική του επένδυση με μπουζούκι στο 10ο επεισόδιο της σειράς «The Greatest Show on Earth» με τίτλο “The Hanging Man”, εξαίροντας την καλλιτεχνική του προσφορά.
Αρχείο οικογένειας Ποτοσίδη

Η εταιρεία που γύρισε το έργο και ο Τζακ Πάλλανς μου έστειλαν συγχαρητήρια με επίσημο έγγραφο για την ωραία – όπως λένε – μουσική του έργου. Τα συγχαρητήρια αυτά δημοσιεύτηκαν σε πολλά αμερικάνικα και ελληνικά περιοδικά και εφημερίδες της Αμερικής. Για σας όμως στην Ελλάδα, αυτά δεν έχουν και μεγάλη σημασία, ότι ένας απλός αφανής Έλληνας μουσικός, τίμησε την Ελλάδα. Εκεί ασχολείσθε με άλλα πράγματα που ίσως έχουν πιο μεγάλο ενδιαφέρον, δηλαδή πότε πήγε στην τουαλέτα ένας καλλιτέχνης ή πότε πήγε στο Καζίνο ή πήγε να φάει.

ΞΑΡΧΑΚΟΣ ΚΑΙ ΖΑΜΠΕΤΑΣ

Η ελληνική μουσική στην Αμερική έχει μεγάλη πέραση. Μπορώ να πω, ότι περισσότερο δουλεύαμε με τους Αμερικάνους παρά με τους Έλληνες. Έρχονται βλάχοι απ’ τα χωριά που, μόλις κάτσουνε ένα χρόνο στην Αμερική, κάνουν ό,τι ξέχασαν τη γλώσσα τους, για να αμερικανοφέρνουνε δεν μιλάνε τα ελληνικά, ενώ και τα λίγα αμερικάνικα που ξέρουνε, είναι βλάχικα. Άμα με παρατσαντίζουνε τους μιλάω στην άλλη γλώσσα, τη ρεμπέτικη και μόλις τους μιλάω έτσι έρχονται στα καλά τους. Δεν υπάρχει αμερικάνικο σπίτι που να μην έχει στη δισκοθήκη του ελληνική μουσική. Και τα περισσότερα σπίτια έχουν μουσική Ξαρχάκου, Θεοδωράκη και Ζαμπέτα. Μην ακούτε τι λένε όταν έρχονται, αυτά που λέω εγώ είναι η αλήθεια. Στα μαγαζιά που δουλεύουμε στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο, στο Λας Βέγκας και αλλού, αρχίζουνε το πρόγραμμα με μουσικές του Ξαρχάκου, του Σταύρου Ξαρχάκου, του καλύτερου Έλληνα συνθέτη. Οι μουσικές του είναι, Παναγία μου, αφού νταλκαδιάζομαι εγώ που τις παίζω. Οι Αμερικάνοι και οι Έλληνες που τις ακούνε, τους πιάνει τρέλα, τους πειράζει στην καρδιά, μπορεί και σ’ ένα βράδυ να παίξω τις μελωδίες του 20 φορές, φανταστικές είναι. «Φρεαττύδα», «Άπονη ζωή», «Κάνε υπομονή», κάτι άλλα που έχει οργανικά· μεγάλος συνθέτης, πολύ μεγάλος. Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο, αλλά αυτός έχει μεγάλο όνομα στην Αμερική. Το ίδιο κι’ ο Ζαμπέτας, ο Γιώργος Ζαμπέτας, που δεν υπάρχει σπίτι στην Αμερική που να μην έχει τις μουσικές του, κάτι τραγούδια που του τραγούδησε πολύ ωραία η Μοσχολιού και κάτι οργανικά. Φοβερός μουσικός ο Ζαμπέτας και μπουζουξής από τους λίγους.

Στην Αμερική κατά την διάρκεια φωνοληψίας, την δεκαετία του 1960.
Αρχείο οικογένειας Ποτοσίδη

Στα χρόνια της δικτατορίας παίζαμε στην Αμερική συνέχεια, εκτός από αυτά που είπα και τις μελωδίες, τα έργα του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη. Πενήντα φορές τη βραδιά παίζαμε και παίζουμε τον «Ζορμπά», το «Σήκω χόρεψε συρτάκι» και τον «Επιτάφιο», το «Άξιον εστί» και άλλα.

Οι Αμερικάνοι νέοι και οι Έλληνες που ήταν εκεί, ακόμα πιο πολύ οι Έλληνες ναυτικοί, που ερχόντουσαν στα μαγαζιά, φώναζαν «Κάτω ο Παπαδόπουλος» και ζήταγαν τη μουσική του έργου «Ζ». Έλληνας, είπαν, έγραψε το έργο, Έλληνας τη μουσική, όλα ήταν ελληνικά. Ένα βράδυ επί 3 ώρες συνέχεια έπαιζα στο μπουζούκι τη μουσική του «Ζ», οι άνθρωποι στο μαγαζί ήταν άφωνοι, δεν χόρταιναν και κάπου – κάπου συγκινημένοι βάραγαν παλαμάκια. Οι Αμερικάνοι νόμιζαν ότι άκουγαν μπαλαλάικες, επειδή τους αρέσουν πολύ, γιατί παίζω και τη μουσική του «Ζιβάγκο» που έχει μπαλαλάικες.

Αυτές τις ωραίες στιγμές ζούσα στα χρόνια της δικτατορίας στην Αμερική, με συντροφιά τις μελωδίες, τα μεγάλα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Ευτυχώς, ήρθε η λευτεριά στην Ελλάδα, ο Καραμανλής που τον έφερε ο λαός θα φέρει την καλοσύνη και την αγάπη στη χώρα μας. Κάθαρση από τη βρώμα και καλοσύνη. Ετοιμάζομαι κι’ εγώ τώρα, να έρθω στην αγαπημένη Ελλάδα για διακοπές. Θέλω να κάτσω στην πατρίδα εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, εκεί που έχω τις πιο αληθινές στιγμές της ζωής μου. Δεν γίνεται όμως. Θέλω την Ελλάδα και ας έχω ψωμί κι’ ελιά. Δεν γίνεται το ξαναλέω, γιατί δεν μπορώ να ζήσω. Οι κλίκες μέσα στις εταιρείες έχουν μεγαλώσει πιο πολύ, λίγοι άνθρωποι λύνουν και δένουν, άμα πω ότι θα κάτσω μπορεί να ξαναγυρίσω στα χρόνια που ήμουνα λούστρος ή που έβγαζα το ψωμί στη γύρα με το Μαρινάκη. Δεν υπάρχει άνθρωπος να βοηθήσει κι’ έναν αφανή παλιό μουσικό.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το λαϊκό τραγούδι ξαναγύρισε στα παλιά μοτίβα. Ακόμα στέκονται, όλοι τους με τις παλιές ρεμπέτικες μουσικές. Αυτά που γράφουν τώρα είναι περαστικά, τίποτα δε μένει στον κόσμο. Λίγοι, αυτοί που είπα, γράφουν λαϊκά τραγούδια, ενώ από φωνές έχει η Ελλάδα. Εκτός από τον Καζαντζίδη που είναι η κορυφή, είναι κι’ ο Μπιθικώτσης, μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής. Τον θυμάμαι πριν 25 χρόνια όταν ξεκίνησε, και μου ’λεγε ότι εγώ θα γίνω κι’ έγινε. Μπράβο του! Κι’ ο Διονυσίου μεγάλος τραγουδιστής· κι ο Νταλάρας πολύ μεγάλος. Τραγούδια δεν υπάρχουν. Αυτά που ακούς τώρα δε σε πειράζουν στην καρδιά, δεν είναι λαϊκά τραγούδια, δε σου δίνουν το κέφι να χορέψεις, δεν ξέρεις αν είναι καλαματιανά, καρσιλαμάδες ή συρτά ή ζεϊμπέκικα.

Δεν υπάρχει πια ο Μάρκος ο πρωτομάστορας, δεν υπάρχει και η μεγάλη φωνή (η μεγαλύτερη φωνή της ιστορίας) του Στράτου Παγιουμτζή, δεν υπάρχει Χατζηχρήστος, Μπαγιαντέρας, Κερομύτης, Γενίτσαρης, Μοσχονάς, Στελλάκης, Γιοβάν Τσαούς, Μπάτης, Ανέστος. Δεν υπάρχει Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης (μην ακούτε τι λέει ο καθένας), αυτοί εξευγένισαν το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι, αυτοί γέμισαν μπουζούκι όλη την Ελλάδα.

Σε όλους αυτούς που ανάφερα (εγώ δεν είμαι τίποτα, παρά ένας απλός παλιός μπουζουξής), πρέπει οι νέοι όλοι τούτοι εδώ να τους κάνουν εικόνες, γιατί τους άνοιξαν το δρόμο μιας μεγάλης, πολύ μεγάλης ιστορίας…

Πηγή: https://digitallibrary.parliament.gr/

Η επιλογή, η έρευνα των φωτογραφιών και το ηχητικό υλικό είναι του Σταύρου Κουρούση.

Οι ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου του Ηλία Ποτοσίδη προέρχονται από πιστοποιητικό θανάτου του, το οποίο λανθασμένα αναφέρει ως τόπο γεννήσεως του, το Μακροχώρι Κωνσταντινούπολης.

Η αρχική φωτογραφία του άρθρου προέρχεται από το αρχείο Τάσου Σχορέλη (ψηφιακό μουσείο Κουνάδη).

Η χρήση των φωτογραφιών του αρχείου Χατζηδουλή και της οικογένειας Ποτοσίδη είναι ελεύθερη εφόσον αναφέρεται η αρχική πηγή προέλευσης.

Ευχαριστώ την οικογένεια Ποτοσίδη και ειδικότερα την κα Κέλλυ Καλαβρία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Scroll Up