Γράφει ο Σταύρος Κουρούσης
Ο Αντώνης Διαμαντίδης, ευρύτερα γνωστός με το προσωνύμιο «Νταλγκάς», συγκαταλέγεται μεταξύ των εξεχουσών μορφών για τους μελετητές και φίλους του ρεμπέτικου και μικρασιατικού τραγουδιού της δισκογραφίας των 78 στροφών. Δικαιολογημένα θεωρείται ως ίσως ο σημαντικότερος τραγουδιστής που ανέδειξε η Κωνσταντινούπολη, καθώς και μία από τις σπουδαιότερες φωνές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Μαζί με το Γιώργο Βιδάλη –ο οποίος κατέχει την πρωτοκαθεδρία στον αριθμό ηχογραφήσεων– ο Νταλγκάς συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον πολυηχογραφημένων ερμηνευτών της προπολεμικής δισκογραφίας. Παράλληλα, υπήρξε και εξαιρετικός κιθαρίστας, με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στην εννιάχορδη κιθάρα, την οποία χρησιμοποιούσε κατά τα πρώτα χρόνια της δισκογραφικής του παρουσία
Τα πρώτα βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή και το έργο του εντοπίζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1970, μέσω της Ρεμπέτικης Ανθολογίας του Τάσου Σχορέλη. Αργότερα, στη δεκαετία του 1990, περαιτέρω πληροφορίες έφερε στο φως ο ερευνητής και συλλέκτης, Παναγιώτης Κουνάδης. Βασική πηγή για τους δύο ερευνητές, αποτέλεσε η θετή κόρη του καλλιτέχνη, Άννα Διαμαντίδη, η οποία υπήρξε σύζυγος του γνωστού ερμηνευτή του ελαφρού τραγουδιού, Φίλανδρου Μάρκου.

κατά την διάρκεια ηχογραφήσεων της εταιρείας His Master’s voice, πιθανώς το 1929.
Ο Αντώνης Διαμαντίδης, γνωστός και ως Νταλγκάς, γεννήθηκε το 1892 στο προάστιο Αρναούτκιοϊ της Κωνσταντινούπολης. Ήταν το τρίτο παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας, μετά από δύο αδελφές, την Αικατερίνη και την Ελένη. Εκεί φαίνεται ότι παρακολούθησε τα πρώτα του μαθήματα, ενώ παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του, ο οποίος ήταν εμποροράφτης. Αν και απέκτησε την ιδιότητα του γιλεκά, τελικά δεν άσκησε το σχετικό επάγγελμα. Από μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με ποικίλα μουσικά ακούσματα της Κωνσταντινούπολης, τόσο από Τούρκους όσο και από Έλληνες τραγουδιστές. Το βαρύ τουρκικό ρεπερτόριο, η ελληνική παραδοσιακή μουσική αλλά και τα ευρωπαϊκά ακούσματα της εποχής διαμόρφωσαν τα χαρακτηριστικά της φωνής του. Περί το 1910, κατά τη διάρκεια μιας βραδινής μουσικής εκδήλωσης, ένας μουσικός τον κάλεσε να ανέβει στο πάλκο, όπου και εντυπωσίασε με την εξαιρετική του φωνή.
Από τότε άρχισε να χτίζει τη φήμη του, μαθαίνοντας ούτι και κιθάρα και έγινε γνωστός με το παρανόμι «Νταλγκάς» – λέξη τουρκικής προέλευσης που σημαίνει «κύμα» – λόγω των χαρακτηριστικών κυματισμών της φωνής του (νταλγκάτζες). Από το 1910 έως το 1922, εργάστηκε ως μουσικός στην Κωνσταντινούπολη πραγματοποιώντας παράλληλα περιοδείες στη Σμύρνη. Στις 6 Οκτωβρίου 1922, μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου και τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιβιβάστηκε στο υπερωκεάνιο Μέγας Αλέξανδρος μαζί με άλλους συναδέλφους του, με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, έπαιζε μουσική συγκρότημα μουσικών με την επωνυμία «Ελληνική Εστουδιαντίνα». Μαζί του βρίσκονταν ο μεγάλος μαντολινίστας Νίκολας Χριστοδουλίδης, ο γνωστός τραγουδιστής Πέτρος Λεοντίου ή Ζουναράκης, καθώς και οι Κωνσταντίνος Γραφίδης και Βασίλειος Πασχαλίδης. Το πλοίο έφτασε στη Νέα Υόρκη την 1η Νοεμβρίου, και εν συνεχεία επέστρεψε απευθείας στην Κωνσταντινούπολη για να ξεκινήσει νέο ταξίδι προς την Αμερική. Την επόμενη χρονιά, στις 8 Δεκεμβρίου 1923, οι ίδιοι μουσικοί, με εξαίρεση τον Β. Πασχαλίδη, επιβιβάστηκαν ξανά για το ίδιο ταξίδι. Ο Αντώνης Νταλγκάς, πιθανότατα μαζί με την οικογένειά του – τη σύζυγό του Αργυρώ Νικολάου και την κόρη του Άννα – αποβιβάστηκαν στις 16 Δεκεμβρίου στον Πειραιά, περιοχή που αποτέλεσε την πρώτη του κατοικία στην Ελλάδα, προτού εγκατασταθεί οριστικά στο Κουκάκι. Με την άφιξή του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο καφενείο «Μικρά Ασία», ήρθε σε επαφή με τους σημαντικότερους Μικρασιάτες μουσικούς της εποχής – και όχι μόνο – και εργάστηκε σε πολλά μουσικά καταστήματα της εποχής. Από το 1933 και έπειτα, χρονιά κατά την οποία παύει σταδιακά η παρουσία των μεγάλων Μικρασιατών τραγουδιστών στη δισκογραφία και αρχίζει να επιβάλλεται το μπουζούκι ως κυρίαρχο όργανο, ο Αντώνης Νταλγκάς – όπως και αρκετοί ακόμη συνάδελφοί του – παραμένει ενεργός αποκλειστικά ως ερμηνευτής επί σκηνής. Η παρουσία του περιορίζεται κυρίως σε καταστήματα ελαφρού ρεπερτορίου, όπως η ταβέρνα του Γιούλη στο Κουκάκι, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Παράλληλα, συνεργάζεται με εξέχουσες μορφές του ελαφρού τραγουδιού, όπως ο κιθαρίστας – χαβαγίστας Κώστας Μπέζος, με τον οποίο πραγματοποίησε περιοδεία στην Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1938. [1]

Η φωνή του Νταλγκά διέθετε μια μοναδική ποιότητα και ευελιξία στην ερμηνεία, με γνώσεις που του επιτρέπαν να αποδώσει με εξίσου μεγάλη επιτυχία τόσο το ύφος του ελαφρού τραγουδιού όσο και τα λαϊκά μικρασιάτικα, δημοτικά αλλά και βαριά ρεμπέτικα. Ιδιαίτερη έμφαση αξίζει να δοθεί στην ικανότητά του στον φωνητικό αυτοσχεδιασμό, τον αμανέ, είδος στο οποίο υπήρξε ο πιο πολυηχογραφημένος τραγουδιστής της ελληνικής δισκογραφίας.
Ο Αντώνης Νταλγκάς, μαζί με τους Παναγιώτη Τούντα, Γιάννη Δραγάτση ή Ογδοντάκη και Δημήτρη Μπαρούση ή Λορέντζο, υπήρξαν μεταξύ των πρώτων που – ήδη από το 1929 – αφουγκραζόμενοι τις νέες τάσεις της εποχής, συνέθεσαν τραγούδια (κυρίως ζεϊμπέκικα) μάγκικου χαρακτήρα. Συνολικά, ο Νταλγκάς εμφανίζεται στην δισκογραφία με 48 συνθέσεις ρεμπέτικου ύφους, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του ιδιώματος. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις αρχές του 1945.
Το δισκογραφικό ξεκίνημα – Οι πρώτες ηχογραφήσεις
Σύμφωνα με την έρευνα της δισκογραφίας των 78 στροφών, το 1926 θεωρείτο έως πρότινος ως το έτος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε το δισκογραφικό ξεκίνημα του Αντώνη Νταλγκά, γεγονός που συμπίπτει με την απαρχή της μαζικής παραγωγής δίσκων 78 στροφών στην Ελλάδα. Ωστόσο, μια πρόσφατη ανακάλυψη έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα που ίσχυαν μέχρι σήμερα.
Ο «Μανές Ντο Ματζόρε» αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκπλήξεις στο πλαίσιο της έρευνας για τη δισκογραφία των 78 στροφών των τελευταίων ετών. Η ηχογράφηση του εν λόγω κομματιού έγινε για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας «Orfeon», στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αντώνης Νταλγκάς φαίνεται να συμμετείχε σε μια ευρύτερη σειρά ηχογραφήσεων της εταιρείας, στην οποία συμμετείχαν και διάφοροι εξέχοντες καλλιτέχνες, όπως ο Γιώργος Βιδάλης, η κα Πιπίνα, ο Στέφος με την αρμόνικα, ο Σπύρος Περιστέρης ως μαντολινίστας και άλλοι.

Η σειρά πραγματοποιήθηκε μετά την απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, στις 15 Μαΐου 1919. Αναλύοντας τα διαθέσιμα δισκογραφικά δεδομένα, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω σειρά ηχογραφήσεων ξεκινά πιθανώς από τον αριθμό μήτρας S 3000 και ολοκληρώνεται στον S 3400. Από τα σωζόμενα αντίτυπα των δίσκων επιβεβαιώνεται ότι περίπου 400 ηχογραφήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν μουσική τόσο τουρκικού όσο και ελληνικού περιεχομένου, ανάγονται χρονικά στην περίοδο 1919–1921.
Ενδεικτικά, το τραγούδι Οι Γλεντζέδες, με εκτελεστή την «Ελληνική Εστουδιαντίνα» και αριθμό μήτρας S 3139, καθώς και το Καμωματού, σύνθεση του Σ. Παπασταθόπουλου με αριθμό μήτρας S 3400, περιλαμβάνονται στον ίδιο δίσκο 78 στροφών. Η αριθμητική απόσταση μεταξύ των δύο ηχογραφήσεων αποτυπώνει και το εύρος της παραγωγής αυτής της περιόδου.
Ο Ντο Ματζόρε Μανές συνιστά, μέχρι σήμερα, τη μοναδική γνωστή ηχογράφηση του Αντώνη Νταλγκά στην Κωνσταντινούπολη. Το μουσικό αυτό κομμάτι αποτελεί παραλλαγή ή σωστότερα τονική μετατροπία του παραδοσιακού σμυρναίικου Φα Ματζόρε Μανέ, ο οποίος εδώ εμφανίζεται πλέον με την ονομασία Ντο Ματζόρε Μανέ. Η διαφοροποίηση στον τίτλο ενδέχεται να σχετίζεται με την τονικότητα της αρμόνικας που χρησιμοποιήθηκε στην ηχογράφηση, καθώς το συγκεκριμένο όργανο συνήθως κουρδιζόταν στην εν λόγω τονικότητα. Προς το τέλος της ηχογράφησης ο ίδιος ο τραγουδιστής αναφωνεί: «Γεια σου Νταλγκά Αρναούτκιοϊ!», ως αναφορά στην καταγωγή του από το προάστιο της Κωνσταντινούπολης.
Στην πίσω πλευρά του δίσκου 78 στροφών καταγράφεται οργανική εκτέλεση του γνωστού «Καλαματιανού», με ερμηνευτή τον δεξιοτέχνη της αρμόνικας, Στέφο, αγνώστου επωνυμίας. Ο Στέφος, είναι γνωστός τόσο από τη συμμετοχή του στις ηχογραφήσεις της τραγουδίστριας κας Πιπίνας την ίδια περίοδο, όσο και από μεταγενέστερες ηχογραφήσεις της περιόδου 1927–1929 για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας «Homokord».
Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του οργανικού σκοπού ακούγεται η φωνή του Αντώνη Νταλγκά, ο οποίος επιδοκιμάζει τον οργανοπαίχτη με χαρακτηριστικά επιφωνήματα — στοιχείο που αποτελεί ιδιότυπο γνώρισμα των ηχογραφήσεών του. Επιπλέον, η κιθάρα που συνοδεύει ενδέχεται να εκτελείται από τον ίδιο τον Νταλγκά, όπως υποδεικνύει ο ιδιαίτερος τρόπος παιξίματος.
Η ηχογράφηση του Ντο Ματζόρε Μανέ φέρει αριθμό μήτρας S 3219 και κυκλοφόρησε με αριθμό δίσκου 13017. Στην πίσω πλευρά του δίσκου ο οργανικός Καλαματιανός έχει αριθμό μήτρας S 3224 και αριθμό δίσκου 13022. Η έλλειψη πληροφοριών για τις ηχογραφήσεις που βρίσκονται αριθμητικά ανάμεσα στα δύο αυτά κομμάτια δημιουργεί την υποψία ότι υπάρχουν και άλλες ηχογραφήσεις του Αντώνη Νταλγκά από την ίδια περίοδο, οι οποίες δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί. Εξαίρεση αποτελεί μία ακόμη οργανική ηχογράφηση με τίτλο Χασάπικο, σε εκτέλεση του Στέφου, με αριθμό μήτρας S 3181 και αριθμό δίσκου 13023. (Για την ύπαρξη της ηχογράφησης του Στέφου Χασάπικο, πληροφορήθηκα από τον προσφάτως εκλιπόντα Ολλανδό ερευνητή Hugo Strötbaum). Στην ετικέτα του δίσκου το όνομα του τραγουδιστή αναγράφεται ως «Αντώνη Δαλγά», και στα λατινικά ως «Andoni Dalga».
Οι πρώτες «ακουστικές» ηχογραφήσεις του Νταλγκά στις εταιρείες «Odeon» και «His Master’s Voice»
Με παρόμοιο τρόπο είναι καταγεγραμμένο το όνομα του Αντώνη Νταλγκά στις ηχογραφήσεις της εταιρείας «Odeon», οι οποίες πιθανόν πραγματοποιήθηκαν στους πρώτους μήνες του 1926, στην Αθήνα και μέχρι προσφάτως θεωρούνταν από τις πρώτες του ηχογραφήσεις, μαζί με εκείνες της εταιρείας «His Master’s Voice» της ίδιας περιόδου.
Στις ηχογραφήσεις της εταιρείας «Odeon», έχουμε 4 συνολικά επιβεβαιωμένες ηχογραφήσεις του Αντώνη Νταλγκά (υπάρχει πληροφορία και για μία ακόμη ηχογράφηση δημοτικού τραγουδιού), στις οποίες από λάθος ή πιθανώς από το γεγονός πως η εταιρεία ήθελε να γίνει απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας του τραγουδιστή και να περάσει ως απαρατήρητο λόγω του συμβολαίου του Νταλγκά με την «His Master’s Voice», στην ετικέτα αναγράφεται το όνομα του τενόρου τραγουδιστή του ελαφρού τραγουδιού Κορνήλιου Μισαηλίδη. Το μπέρδεμα πιθανώς έγκειται στο γεγονός ότι ο Μισαηλίδης είχε πραγματοποιήσει μια σειρά ηχογραφήσεων ακριβώς νωρίτερα των ηχογραφήσεων του Νταλγκά.[2]
Στο άκουσμα των ηχογραφήσεων ήταν ευκόλως αναγνωρίσιμη η φωνή του Νταλγκά που δεν είχε σχέση με τον φωνή του Μισαηλίδη, γεγονός που είχε πέσει στην αντίληψη και άλλων συλλεκτών δίσκων 78 στροφών.[3]
Το παράδοξο, ωστόσο, είναι πως στον επίσημο δισκογραφικό κατάλογο της εταιρείας «Odeon» για την περίοδο 1927–1928, το όνομα του Αντώνη Νταλγκά αναφέρεται κανονικά ως «Δαλγκάς», για τα εξής τραγούδια (με αύξοντα αριθμό ηχογράφησης):


G.O 46 Αχ αυτά τα μάτια τρελλή μου μαυρομμάτα
G.O 47 Μαύρη ζωή μικρούλα μου[4]
G.O 48 Λειβαδειά αλά Μωραΐτικα
G.O 49 Σαμπάχ μανέ
Οι εν λόγω δίσκοι γνώρισαν μεγάλη κυκλοφορία, καθώς έχουν ανευρεθεί αρκετά αντίτυπα, στα οποία πάντοτε στην ετικέτα αναγράφεται το όνομα Μισαηλίδης αντί του Νταλγκά.
Εξαίρεση αποτελεί μία σπανιότατη κόπια του δίσκου με τα τραγούδια Σαπάχ μανέ και Λειβαδειά αλά Μωραΐτικα, στην οποία αναγράφεται το σωστό όνομα του τραγουδιστή ως «Δαλγκάς».






Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Αντώνη Διαμαντίδη (Νταλγκά) για την εταιρεία «His Master’s Voice» ξεκινούν με το τραγούδι Ο Μποχώρης, το οποίο ηχογραφήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 (αρ. δίσκου: AO-165, αρ. μήτρας: BJ-200). Η ηχογράφηση αυτή αποτελεί όχι μόνο την πρώτη καταγεγραμμένη εκτέλεση του εν λόγω ρεμπέτικου — ανώνυμης δημιουργίας — αλλά ενδέχεται να είναι και η πρώτη καταγεγραμμένη εκδοχή αδέσποτου ρεμπέτικου τραγουδιού στον ελλαδικό χώρο.

Από τα πέντε συνολικά τραγούδια που ηχογράφησε την ίδια ημέρα (κατά σειρά: Ο Μποχώρης, Η Νταμίρα, Μαυρομάτα, Μανάκι μου, Ματζόρε Μανές), τα τρία ανήκουν στην κατηγορία των αδέσποτων τραγουδιών του περιθωρίου. Πιθανό είναι ότι οι πρώτες ηχογραφήσεις για τη «His Master’s Voice» ενδέχεται να προηγούνται χρονικά εκείνων της εταιρείας «Odeon».
Σύμφωνα με στοιχεία από τις καρτέλες ηχογραφήσεων της «His Master’s Voice», ηχογράφησε συνολικά 23 τραγούδια κατά το έτος 1926, εκ των οποίων κυκλοφόρησαν τα 21. Η πρώτη ηχογραφική συνεδρία έλαβε χώρα στις 26 Φεβρουαρίου, ακολουθούμενη από μία δεύτερη στις 4 Μαρτίου (8 τραγούδια) και δύο ακόμη στις 5 και 7 Μαρτίου (10 τραγούδια συνολικά). Από το 1927 και εξής — όταν ξεκινά η εποχή των ηλεκτρικών ηχογραφήσεων — ο Νταλγκάς συνεχίζει να ηχογραφεί αποκλειστικά για τη «His Master’s Voice», ενώ από το 1928 και μετά εμφανίζεται και σε άλλες δισκογραφικές εταιρείες, όπως οι «Pathé», «Polydor» και, το 1929, στην «Columbia England». Σε μία επιστολή του τμήματος ηχογραφήσεων της δισκογραφικής εταιρείας «His Master’s Voice», οι υπεύθυνοι εκφράζουν την αμφισβήτησή τους σχετικά με την εγκυρότητα των πληροφοριών που ήθελαν τον Αντώνη Νταλγκά να ηχογραφεί και για άλλες εταιρείες, παρά το γεγονός ότι τελούσε υπό αποκλειστικό συμβόλαιο με την εταιρεία. O ανταγωνισμός ανάμεσα στις δισκογραφικές σε συνδυασμό με τη αναγνωρισιμότητα και ζήτηση του, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού σε όγκο και ποιότητα ρεπερτορίου, το οποίο καταγράφηκε κατά την περίοδο 1926–1933. Σε αυτό το διάστημα κατέγραψε περίπου 535 ηχογραφήσεις, αριθμός που τον καθιστά έναν από τους παραγωγικότερους ερμηνευτές στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας 78 στροφών. Το 1939, θα επιστρέψει για τελευταία φορά στη δισκογραφία, υπογράφοντας ως συνθέτης και ερμηνευτής δύο τραγουδιών: το Καλά μου το ’πανε Μαριώ και το περίφημο Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει, το οποίο και αποτελεί το κύκνειο άσμα της καλλιτεχνικής του παρουσίας στο χώρο της δισκογραφίας.
[1] Πληροφορία από τον ερευνητής της ζωής και του έργου του Κώστα Μπέζου, Δημήτρη Κούρτη.
[2] Στις ετικέτες του Μισαηλίδη αναγράφεται η «Estoudiantina d’ Athenes», υπο την διεύθυνση του συνθέτη Τάκη Μαρίνου.
[3] Ο ερευνητής Ηλίας Μπαρούνης, είχε συγγράψει και σχετικό άρθρο για το περιοδικό «Συλλογές» τον Απρίλιο του 2008.
[4]Σύνθεση του Παναγιώτη Τούντα, που εμφανίζεται στην δισκογραφία σε ακόμη τρεις διαφορετικές εκτελέσεις.

